Λεντς

Είδαμε πρόσφατα το έργο Λεντς του Γκ. Μπύχνερ, στο Bios, σε σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη, από την θεατρική ομάδα Kursk, σε μετάφραση του Μ. Κουμανταρέα. Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να επισημάνουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό ούτε εύκολο κείμενο, λαμβάνοντας υπόψιν πως ακόμα και σήμερα στην Γερμανία διοργανώνεται κάθε χρόνο φεστιβάλ στην μνήμη του Μπύχνερ, με το ομώνυμο έργο να καταλαμβάνει την μερίδα του λέοντος σε μελέτες, αναλύσεις κι ερμηνείες.
Μιλάμε για το μοναδικό πεζό κείμενο που μας άφησε ο Γκ. Μπύχνερ. Έχει χαρακτηριστεί ως νουβέλα, μα νεότερες μελέτες καταλήγουν πως πρόκειται μάλλον για σημειώσεις που κράτησε ο Μπύχνερ, σχετικά με την ποιητή Λέντς, έναν από τους συνδημιουργούς του κινήματος Sturm ud Drug (=θύελλα και ορμή) μαζί με τον Γκαίτε. Επίσης οι εν λόγω μελέτες κάνουν λόγο για την σχέση που είχε αντιληφθεί πως έχει ο Μπύχνερ με τον Λεντς, τόσο σε επίπεδο ιδεών, κυρίως, μα και από ιατρικής πλευράς, αφού ο Μπύχνερ είχε σπουδάσει ιατρική. Αυτή η ψυχική αστάθεια του ποιητή Λεντς του κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Σήμερα μπορεί να μιλάμε για ψυχασθένεια και τρέλα και να έχουμε μια πολύ καλή εικόνα για το τι εννοούμε. Εκείνη την εποχή όμως δεν υπήρχαν οι έννοιες της τρέλας και της ψυχασθένειας όπως τις ξέρουμε σήμερα. Έτσι, λοιπόν, ο Μπύχνερ διερευνούσε από διάφορες σκοπιές την περίπτωση Λεντς.

Καίτοι η παράσταση στηρίζεται στην μετάφραση του Κουμανταρέα, ήτοι στην μετάφραση της νουβέλας αυτής καθ’ αυτής, θα πρέπει να πούμε πως ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί και άλλες πηγές για να φτιάξει το έργο του. Φάνηκε πως έχει καταφύγει στις σημειώσεις του πάστορα Όμπερλιν για να εμπλουτίσει και να διαφωτίσει το κείμενό του σχετικά με την πτυχή που θέλει να αναδείξει, ήτοι τις τρεις φάσεις την ψυχικής ασθένειας του Λεντς, καθώς και το ότι έχει αντλήσει στοιχεία ακόμα κι από του θεατρικό της κ. Ρ. Σώκου, που είχε ανέβει με επιτυχία εφέτος, με τον εξαιρετικό κ. Ρόχα στον ρόλο του Λεντς.*

Ουσιαστικά, ο κ. Φραγκούλης θέλησε με αυτή την παράσταση να μας δείξει και να μας πείσει, μέσα από τις τρεις φάσεις της ψυχασθένειας του Λεντς, για το «πως ο Μπύχνερ μιλάει για τον εαυτό του μέσα από τον Λεντς και για το πως εμείς μιλάμε για τους εαυτούς μας μέσα από τον Μπύχνερ που μιλάει μέσα από τον Λεντς». Μια «αναζήτηση της ταυτότητας», όπως ο ίδιος λέει. Ενδιαφέρουσα άποψη το να αναζητάς την ταυτότητα μέσα από την ψυχασθένεια κι αυτό να το βλέπεις σε θεατρική παράσταση. Ιδίως αν θυμηθούμε και μια φράση του αειμνήστου σχετικά με την Ελλάδα και τους Έλληνες περί ενός απέραντου φρενοκομείου, ε, τότε πράγματι γίνεται ενδιαφέρουσα η παράσταση. Ο σκοπός όμως του ίδιου του Μπύχνερ δεν ήταν αυτός, ήτοι να αναζητήσει τον εαυτό του μέσα από τον Λεντς, διότι πολύ απλά δεν ήταν ο ίδιος ψυχασθενής, δεν θεωρούσε τον εαυτό του ψυχασθενή, κι αν ο κ. Φραγκούλης αναφέρεται στις τελευταίες εβδομάδες ζωής του Μπύχνερ που είχε εξασθενήσει σαφώς, αναφέρουμε πως ο Λεντς είχε γραφτεί πολύ πιο πριν ούτως ώστε να εντάξει κάτι τέτοιο, εάν το νόμιζε ο Μπύχνερ για τον ίδιο, μέσα στο κείμενο. Αντίθετα, γνωρίζουμε πως η πρωταρχική και μόνη ξεκάθαρη ταύτιση που υποκίνησε το Μπύχνερ να ασχοληθεί με τον ποιητή Λεντς είναι η εξορία αυτού στα βουνά της Αλσατίας ζητώντας άσυλο, σε μια εποχή που κι ο ίδιος ο Μπύχνερ αναγκάζεται να αυτοεξοριστεί. Η καταναγκαστική εξορία και των δύο ήταν εκείνο που τον ώθησε αρχικά να ασχοληθεί με τον Λεντς.
Με βάση τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως ξεφεύγουμε από το κείμενο αυτό καθ’ αυτό και εστιάζουμε ακριβώς και αναγκαστικά σε αυτό που θέλει να μας δείξει ο σκηνοθέτης. Το καταφέρνει; Μας πείθει; Και με το παραπάνω θα λέγαμε! Αλλιώς δεν μπορεί να εξηγηθεί το ότι βγήκαμε από την παράσταση με έναν επίμονο κόμπο στο στομάχι από αυτά που είδαμε να διαδραματίζονται. Γιατί όμως; Μα φυσικά από αυτή την σκηνοθετική κατακόρυφη βουτιά, με επιμονή και εστίαση, στην ψυχή του Λεντς. Μια ψυχή διαταραγμένη από την αρχή της παράστασης όπως φαίνεται, ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς έτσι στο κείμενο. Κι αυτή η διαταραχή κορυφώνεται μέχρι το τέλος της παράστασης. Αντιληφθήκαμε τις τρεις αποχρώσεις της ψυχασθένειας του ποιητή. Και μέχρι εκεί. Στο τέλος μάλλον βγήκε μια εξάντληση σχετικά με την αντιληπτική μας ικανότητα, ψάχνοντας μέσα στην παράσταση να βρούμε τι άλλο τόσο «βαρύ» δεν έχουμε βρει, εξού, ίσως, κι αυτός ο κόμπος στο στομάχι.

Αρνητικό της παράστασης αυτή η ακατανόητη μόδα σχετικά με τις παρεκβάσεις-σχόλια, καθαρά εξωκειμενικά, τύπου «να δεις που τον Λεντς θα τον κάνει ο χοντρός» κ.α. Επίσης, ο μονόλογος – υποθετικός διάλογος του Λεντς με τον Κάουφμαν, δάνειο κι αυτό είτε από τις σημειώσεις του πάστορα, είτε από το διασκευασμένο θεατρικό, εφόσον στο αρχικό κείμενο δεν κατονομάζεται καν πως ο επισκέπτης ήταν ο Κάουφμαν, πόσο δε μάλλον αυτή η κουβέντα περί τέχνης. Κι ενώ ο δεύτερος Λεντς διατυπώνει αρχικά σκέψεις για την τέχνη με βάση το κίνημα Sturm ud Drug, είχαμε την αίσθηση πως κάπου-κάπου ξέφευγε κι έφθανε να μιλάει γενικότερα πέρι τέχνης, σχεδόν και για ζητήματα των ημερών μας, γεγονός που μάλλον δεν θα μπορούσε να συμβεί με τον Λεντς. Αλλά ας μην εικοτολογούμε για κάτι που δεν υπάρχει σε κανένα κείμενο, παρά μόνο από γενικόλογες σημειώσεις. Κι επρόκειτο για μια σκηνή σε μάκρος, είναι η αλήθεια…

Τι διασώζει την παράσταση; Μα φυσικά οι ηθοποιοί της! Σε αυτό που έκαναν ήταν απόλυτα δοσμένοι κι αυτό ήταν ολοφάνερο. Φαίνεται πως η δυναμική αυτής της ομάδας μπορεί να είναι ανεξάντλητη. Οι τρεις Λεντς πάρα πολύ καλοί στους ρόλους τους, ο δε τελευταίος Λεντς, Γιάννης Παπαδόπουλος, έως εξαιρετικός, απέδωσε στην εντέλεια το κορύφωμα της παραφροσύνης του ποιητή. Ιδιαίτερη μνεία στις κυρίες της παράστασης. Η κ. Κόκκαλη στον ρόλο του πάστορα, τόσο μετρημένη, με τόσο ήρεμο λόγο, ανεπηρέαστο, σε αντιδιαστολή με το παραλήρημα των υπολοίπων σύμφωνα με τους ρόλους τους, απέπνεε μια ιδιαίτερη σιγουριά και βεβαιότητα, ό,τι ακριβώς κι ο Όμπερλιν. Η δε κ. Μπέζου θα λέγαμε εξαιρετική, σε κίνηση, σε φωνή, σε πάθος και ζήλο σχετικά με τον ρόλο της. Οι περισσότεροι εμμένουν στην κίνησή της ανάμεσα στους θεατές επιχειρώντας να τους κάνει συμμέτοχους, ακουμπώντας, αγκαλιάζοντας, μιλώντας τους ευθέως. Εγώ θα έμενα, επιπλέον, στα εκπληκτικά σκαμπανεβάσματα φωνής, έντασης, ηρεμίας και πραότητας στην κίνηση και πάρα πολλά άλλα. Θα την χαρακτήριζα καθηλωτική για την ερμηνεία της.

Ένα σύνολο ηθοποιών που πράγματι χαίρεσαι από βάθους καρδιάς να το βλέπεις επί σκηνής να αποδίδει τα μέγιστα σε τέτοιας δυσκολίας αποστολή.
Περισσότερα του ίδιου
Ταυτότητα παράστασης:
Μετάφραση: Μένης Κουμανταρέας
Σκηνοθεσία: Χάρης Φραγκούλης
Κοστούμια: Μαρία Πανουργιά
Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής
Φώτα: Manu Tilinski
Χορογραφία: Χαρά Κότσαλη
Παίζουν: Σοφία Κόκκαλη, Αντρέας Κοντόπουλος, Ηρώ Μπέζου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Τιτόπουλος
Στο Bios (Πειραιώς 84, Γκάζι) από Πέμπτη ως Κυριακή στις 21:00

*Για την παράσταση Λεντς σε απόδοση Ροζίτας Σώκου και σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού με τον Ζαχαρία Ρόχα δείτε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουΑθηνά ΤερζήΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΧαράλαμπος ΒοΐδηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΠέτρος ΖήκοςΓιώργος Δάμτσιος