Σημειώστε στην ατζέντα

Μια μικρή συλλογή από δυο τρία πραγματάκια που αξίζουν ένα λεπτό ανάγνωσης, λίγο χρόνο, μια αναζήτηση... Για να ξέρετε τί παίζει.
Αυτές τις μέρες, που λέτε, κυκλοφόρησε ένα μοναδικό βιβλίο και παράλληλα ιστορικό, όχι με την έννοια που έχει η λέξη στον χαρακτηρισμό "ιστορικό μυθιστόρημα" αλλά με τη σημασία που έχει στη φράση "ιστορικό γεγονός". Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο Βορειοκορεάτη συγγραφέα που δεν έχει την έγκριση του καθεστώτος και αφορά μια συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο Η καταγγελία. Ο συγγραφέας του -εννοείται ότι παραμένει αγνώστου ταυτότητος- υπογράφει με το όνομα Bandi που σημαίνει πυγολαμπίδα και ίσως αυτή η αδιόρατη μικρή λάμψη του εντόμου κάτι να λέει για το εγχείρημα. Είναι μέλος της Ομοσπονδίας Συγγραφέων και ζει -ακόμα- στη Βόρεια Κορέα. Αν ποτέ αποκαλυφθεί το όνομά του θα αντιμετωπίσει τη θανατική ποινή αλλά το ρίσκο είναι μικρότερο της ανάγκης του να μιλήσει για την πείνα, τις κακουχίες, την κόλαση ή την αποκοπή από την πρόοδο που έχει επιφέρει στο λαό της Βόρειας Κορέας το απολυταρχικό καθεστώς της ενώ οι ιστορίες του έπρεπε να φυγαδευτούν από τη χώρα υπό άκρα μυστικότητα ώστε να βρουν το δρόμο προς τη δημοσιότητα. Τη μετάφραση από τα γαλλικά έκανε ο Βασίλης Κιμούλης. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
Χρειάζεστε περισσότερες πληροφορίες; Κλικ εδώ!

Το Τμήμα Πνευματικών και Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων της Γυμναστικής Εταιρείας Αγρινίου γιορτάζοντας τα 70 χρόνια ανελλιπούς δράσης, παρουσιάζει την νεανική-εφηβική μουσικοθεατρική παράσταση Το Κάστρο της Κυρά-Ρήνης και ο βασιλιάς Ανήλιαγος.
Πρόκειται για μια ιδέα του μουσικού (performer) Ανδρέα Κατερινόπουλου, ο οποίος υπογράφει την πρωτότυπη μουσική της παράστασης που ακροβατεί μεταξύ σύγχρονης και παραδοσιακής μουσικής. [για τον ίδιο δείτε και εδώ!] Το θεατρικό έργο γράφτηκε από την πολυβραβευμένη συγγραφέα Βησσαρία Ζορμπά-Ραμμοπούλου, βασισμένο σε έναν από τους πιο γνωστούς Αιτωλικούς μύθους, και γίνεται μουσικοθεατρική παράσταση για να ζεστάνει την καρδιά όσων είναι και παραμένουν παιδιά.
Η Γυμναστική Εταιρεία Αγρινίου παντρεύει επί σκηνής δύο μορφές τέχνης, το μουσικό θέατρο και την ψηφιακή τεχνολογία, μετατρέποντας την θεατρική σκηνή σε ζωντανό πίνακα ζωγραφικής, όπως τον δημιουργεί η ιδιαίτερη, σύγχρονη και ταυτόχρονα ονειρική σκηνοθετική ανάγνωση του Κωνσταντίνου Κάππα. Ο εικαστικός δημιουργός (digital artist) Ευθύμης Αργυράτος αποδίδει ψηφιακά, αποσπάσματα του μύθου ζωγραφίζοντας σε πραγματικό χρόνο.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο της όμορφης αρχοντοπούλας Κυρα-Ρήνης κρατά η ηθοποιός Γωγώ Μπρέμπου. Επίσης, εμφανίζονται οι Αγρινιώτες ηθοποιοί και μουσικοί Αιμίλιος Αλεξανδρής (Ανήλιαγος), Χριστίνα Δαλαμάγκα (Βάγια) και Ανδρέας Κατερινόπουλος (Γυφτάκης). Τα κοστούμια και τις ειδικές κατασκευές υπογράφει η ανατρεπτική σκηνογράφος και ενδυματολόγος θεάτρου Ελένη Καραμέρου, γνωστή για την επί σειρά ετών συνεργασία της με το Εθνικό Θέατρο, ενώ τα σκηνικά είναι κατασκευή του Βασίλη Ραμμόπουλου.
Στην υπόθεση... οι καιροί ήταν δύσκολοι για την όμορφη χώρα. Τα ποτάμια στέρευαν και στο πέλαγος αρμένιζαν πειρατικά καράβια. Η σωτηρία ήταν ένα κάστρο. Οι δύο γέροι βασιλιάδες γυρεύουν το καλό της χώρας και οι δυο μοναχογιοί τους την αγάπη. Ανάμεσά τους μια αρχοντοπούλα με ομορφιά ξακουστή και φρονιμάδα αμέτρητη. Δύο άθλοι θα κρίνουν τον αξιότερο. Η κυρά-Ρήνη φυλακισμένη καρτερεί... Ποιoς θα την κερδίσει; Ο αψύς και γυριστής Γυφτάκης ή ο χλομός Ανήλιαγος;
Οργανωμένες παραστάσεις για σχολεία από την Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016 έως την Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016
Την Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016 η παράσταση που τελεί υπό την Αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ανεβαίνει στο Παπαστράτειο Μέγαρο της Γυμναστικής Εταιρείας Αγρινίου.
Πληροφορίες-κρατήσεις: Παπαστράτειο Μέγαρο Αγρινίου, Γυμναστική Εταιρεία Αγρινίου, Πλατεία Παναγοπούλου 1, Αγρίνιο, Τηλ.: 2641024767
Facebook group της παράστασης
Σε κάτι διαφορετικό αλλά πρωτόφαντο... η Black & White theatre group παρουσιάζει σε πρώτη πανελλήνια το έργο Nerve του Αμερικανού Adam Szymkowicz, στο θέατρο Μπιπ (Αγίου Μελετίου 25 και Κυκλάδων, Κυψέλη). Έργο που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, το online dating και έχει ήρωές του τον Έλιοτ και τη Σούζαν, οι οποίοι -τι άλλο;- συνομιλούν σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο μέχρι που αποφασίζουν να γνωριστούν από κοντά. Το κείμενο χαρακτηρίζεται ως βαθιά ανθρώπινο, σύγχρονο ενώ οι χαρακτήρες είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας -άρα και οικείο. Μιλάει για έλλειψη συναισθηματικής ευφυίας, για μοναξιά, για την ανάγκη της επικοινωνίας... για τους ανθρώπους έρμαια των νευρώσεων και συναισθηματικών εγκλωβισμών που διψούν για αποδοχή και συντροφικότητα. Σκηνοθετεί ο Μάριος Παϊτάρης σε μετάφραση Θωμά Βούλγαρη και εικαστική επιμέλεια Αγγελίνας Παγώνη. Παίζουν οι Μαριάνθη Κολιάκη και Γιάννης Ρούσσος. Κατασκευή μαριονέτας από τον Σωκράτη Παππά.
Παραστάσεις: Από 7 Νοεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Η Αγγελική των Fly Theatre παρουσιάστηκε και πέρυσι στο Αθηναϊκό κοινό με μεγάλη επιτυχία, ικανή για να επιστρέψει πάλι από τις 11 Νοεμβρίου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Το κείμενο βασίζεται στη μαρτυρία της Αγγελικής Ματθαίου και παρουσιάζεται σε διασκευή της Κατερίνας Δαμβόγλου. Όπως αναφέρει το έργο η Αγγελική είναι... παιδί της Λωζάνης. Της συνθήκης της Λωζάνης. Η ιστορία της ξεκινά το 1922 στο σπίτι της όταν εκείνη ήταν 6 ετών. Με την Καταστροφή της Σμύρνης και αφού αιχμαλωτίζεται η οικογένειά της, ξεκινά ένα πολύχρονο οδοιπορικό προς την ενδοχώρα της Τουρκίας. Μετά από χρόνια καταλήγει στην Αθήνα και τέλος στο Ρέθυμνο, αφού όμως έχει χάσει όλη την οικογένειά της. Μέσα από την ιστορία της τίθονται τα ερωτήματα: "Τι εστί εθνική ταυτότητα;" και "Τι εστί έθνος;" Η Αγγελική βρήκε τη δύναμη... να αγαπά αντί να μισεί, να συγχωρεί και να συνεχίσει να ζει με τη γαλήνη εκείνου που υπέφερε τόσο ώστε να εκτιμά και να απολαμβάνει την κάθε μέρα με την αθωότητα και τον ενθουσιασμό ενός παιδιού.
Σκηνοθεσία/συνδημιουργία: Κατερίνα Δαμβόγλου, Robin Beer, Jorge Arbert.
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Λέπουρης
Παίζουν: Κατερίνα Δαμβόγλου, Robin Beer, Νεκτάριος Θεοδώρου

Η Ανδρονίκη Διακορού και το Φτερούγισμα προς την ελευθερία

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Α.Δ.: Η ιδέα ή αλλιώς το μικρόβιο της συγγραφής πάντα υπήρχε μέσα μου καθώς από πολύ μικρή ηλικία έγραφα βιβλία ανεξαρτήτου μεγέθους αλλά ποτέ δεν είχα βρει το θάρρος να τα εκδώσω. Παίρνοντας όμως ως αφορμή μια ιστορία που διηγήθηκα σε έναν αρκετά ζωηρό μαθητή μου απλά και μόνο για να τον κάνω να προσέξει την ώρα του μαθήματος, και βλέποντας τον ενθουσιασμό, την αγωνία στα μάτια του για την εξέλιξη της ιστορίας, αποφάσισα να την αποτυπώσω στο χαρτί για να μην ξεχαστεί.

Που γράψατε το βιβλίο σας;
Α.Δ.: Το βιβλίο αυτό για να είμαι απολύτως ειλικρινής το έγραψα κρυφά από όλους, στιγμές που ήμουν μόνη στο δωμάτιο μου μαζί με τις σκέψεις μου. Μέχρι τη στιγμή της έκδοσης του δεν είχα αποκαλύψει τίποτα και σε κανέναν, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο απλά ίσως γιατί και εγώ η ίδια δεν το πίστευα και ήθελα χρόνο να το χωνέψω και να το συνειδητοποιήσω.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Α.Δ.: Καθώς είχα ήδη στο νου μου την πλοκή της ιστορίας δε μου πήρε παρά μόνο δύο απογεύματα. Η εξέλιξη αποτυπωνόταν αβίαστα στην οθόνη του λάπτοπ μου και οι περιπέτειες του ήρωα έρχονταν η μία μετά την άλλη μέσα στο μυαλό μου.

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Α.Δ.: Μμ.. Η αλήθεια είναι ότι αυτή είναι μία δύσκολη ερώτηση καθώς θα πρέπει να περιοριστώ αρκετά. Το παιδικό-νεανικό αυτό βιβλίο με τον τίτλο "Φτερούγισμα προς την ελευθερία" εκτός του ότι δεν περιορίζεται και μπορεί να διαβαστεί από όλους, έχει να προσφέρει πολλά, καθώς κρύβει βαθειά μηνύματα και οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα αίσθημα τέρψης, πληρότητας και συνειδητοποίησης φτάνοντας στο τέλος της ιστορίας.

Ο Γιώργος Κατσούλας και η Σονάτα για βιολί και τσέλο

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Γ.Κ.: Χρόνια σκεφτόμουνα να γράψω κάτι για ένα εκρηκτικό ζευγάρι. Το όλο θέμα γεννήθηκε από τέσσερις σκηνές τεσσάρων ταινιών. Η πρώτη σκηνή είναι από την ταινία Κώδικας τιμής με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και την Σερλίζ Θερόν. Είναι η σκηνή όπου ο Ντε Νίρο κάθεται στο τραπέζι του ψυχιατρείου με το χέρι του να στηρίζει το κεφάλι του κι εκεί μπαίνει η Σερλίζ Θερόν και του κρατάει το χέρι χαϊδεύοντας το! Και του μιλάει τόσο τρυφερά και γλυκά που το κτήνος μέσα του ησυχάζει. Πόσο δυνατή σκηνή είναι αυτή; Έτσι ακριβώς ξεκινάω και την νουβέλα μου. Η δεύτερη είναι από το Κινγκ Κονγκ εξού και ο δευτερεύων τίτλος “η ομορφιά σκότωσε το κτήνος” κάτι το οποίο είναι το μότο αυτής της υπέροχης ταινίας του Πίτερ Τζάκσον. Είναι η σκηνή όπου το κτήνος πέφτει από τον ουρανοξύστη αφού αντάλλαξε βλέμματα με την αγαπημένη του. Μπορεί όλη του την ζωή να έζησε σαν Ζώο, σαν ένα αγρίμι, αλλά στο τέλος πέθανε σαν ένα ανώτερο ον και αυτό φαίνεται καθαρά από το βλέμμα του. Το κτήνος νικήθηκε όχι όμως επειδή σκοτώθηκε, αλλά επειδή αγαπήθηκε και αγάπησε! Τι να λέμε τώρα; Η τρίτη σκηνή είναι από τον απίθανο Χαλκ. Και είναι η στιγμή όπου ο Χαλκ προκειμένου να δει την αγαπημένη του έχει διαλύσει κυριολεκτικά έναν ολόκληρο στρατό, έχει γκρεμίσει ελικόπτερα έχει συντρίψει τανκς και τι δεν έχει κάνει σας λέω. Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά τα υπερόπλα δεν μπορεί να τον κουμαντάρει και να τον ηρεμήσει. Ο Χαλκ ηρεμεί και ξαναγίνεται άνθρωπος όταν συναντά την αγαπημένη του και για λίγα δευτερόλεπτα ανταλλάσσουν βλέμματα. Και έτσι ότι δεν μπόρεσε να κάνει ένας ολόκληρος στρατός το κατάφερε μια γυναίκα. Πραγματικό έπος! Το ίδιο ακριβώς θέμα υπάρχει και στο Κινγκ Κονγκ όπου το τέρας έχει καταστρέψει ολοκληρωτικά μια πόλη προκειμένου να βρει την Ναόμι Γοτς και όταν την συναντάει παίζει μαζί της σαν μικρό παιδί στον πάγο! Μια ποίηση! Και στο τέλος όταν ο χαρακτήρας μου γκρεμίζει το σύμπαν με τις γροθιές του είναι επηρεασμένο από τις γροθιές του Ντε Νίρο στον τοίχο στην συγκλονιστική σκηνή του Οργισμένου ειδώλου. Εναλλακτικό τίτλο είχα σκεφτεί το “Ρέκβιεμ για ένα οργισμένο είδωλο”. Που λέτε είχα στο μυαλό μου για χρόνια να γράψω κι εγώ την δική μου εκδοχή για το θάνατο του τέρατος που έχουμε μέσα μας, αλλά δεν έβγαινε τίποτα. Δεν ήξερα καν τι είδος ήθελα να το κάνω. Πρώτα το δούλεψα σαν ταινία μικρού μήκους, μετά σαν μονόλογο, σαν θεατρικό και μετά το παράτησα. Περάσανε χρόνια και έπρεπε η καρδιά μου να δεχτεί ένα τεράστιο χτύπημα για να αρχίζει να γράφει. Και αυτό ήταν η αγάπη. Η αγάπη με ξεκλείδωσε. Και είπα να γράψω κάτι για μια γυναίκα που αγαπούσα μπας και μέσω της τέχνης μαλάκωνα την ψυχή της, την συγκινούσα και εν πάση περίπτωση την έκανα να δει το τι είναι ικανή να κάνει σε κάποιον. Εμπνεύστηκα από αυτήν μιας και ήταν πολύ δύσκολος χαρακτήρας και βοήθησε πολύ στην ιστορία μου, και θέλησα να της μιλήσω μέσα απ’ αυτό το έργο. Απέτυχα βέβαια μιας δεν νομίζω να της άρεσε αφού δεν μου είπε ποτέ την γνώμη της, αλλά ήρθε το βραβείο σαν παρηγοριά και οι πολύ καλές κριτικές των αναγνωστών. Είναι εκπληκτικό αν σκεφτεί κανείς το ότι ήμουνα κλειδωμένος για 10 και βάλε χρόνια και ότι όταν με χτύπησε κεραυνός το τελείωσα μέσα σε τρεις μέρες. Γι’ αυτό λέω: αγαπάτε αγαπάτε αγαπάτε. Μπορείτε να καταφέρετε απίστευτα πράγματα αν βάλετε αυτό το συναίσθημα βαθιά μέσα σας.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Γ.Κ.: Εκρηκτικό.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Γ.Κ.: Εγώ τίποτα. Αλλά το βιβλίο μου θα του έλεγε να αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης. Και όταν εννοώ παραφροσύνη εννοώ να μην φοβηθεί. Να μην φοβηθεί να δώσει και να δεχτεί αγάπη. Θα έχει χάσει τα πάντα. Αν δεν είχα αγαπήσει τα καλύτερά μου έργα δεν θα είχαν γίνει ποτέ. Θα ζουσα σε μια μετριότητα. Μπορεί να μην κέρδισα αυτό που ήθελα όμως δεν έχασα ολοκληρωτικά. Και ξέρετε γιατί; Γιατί αυτός που τα δίνει όλα δεν χάνει ποτέ. Μπορεί να χάσεις την υγεία σου, αλλά όχι την αξιοπρέπειά σου.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Γ.Κ.: Σε έναν μαγικό κόσμο εκεί που μόνο οι λίγοι έχουν πρόσβαση. Στον κόσμο που δεν χωράει η μοιρολατρία και η ηττοπάθεια. Εκεί όπου οι άνθρωποι δεν φοβούνται να αγαπήσουν και να αγαπηθούν μήπως και πληγωθούν ή γίνουν ρεζίλι. Εκεί που τα δίνουν όλα. Και θα κρατούσε αιώνια.

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο
Γ.Κ.: « Όσο σπουδαία και να είναι η μουσική, κανένα κομμάτι, καμιά μελωδία, κανένα μοτίβο, καμιά θεία έμπνευση δεν μπορούσε να συγκριθεί με το χάδι της, την αγκαλιά της, την ανάσα της. Και το κατάλαβε καλά τα βράδια που επέστρεφε στο μικρό διαμερισματάκι του σκοτωμένος από τα ωράρια του θανάτου, και έχοντας για συντροφιά ένα μικρό κασετόφωνο όπου άκουγε τις αγαπημένες του μελωδίες. Εκεί, στο θλιβερό υπόγειο του κατάλαβε ότι η μουσική δεν είναι το παν. Ότι καμία μελωδία δεν μπορούσε να αναπληρώσει την παρουσία της, και πως η συναναστροφή του με τους ανθρώπους του μόχθου και της εργασίας είχε χαλιναγωγήσει τις ιδιορρυθμίες του και είχε βάλει φρένο στην επιθετική του συμπεριφορά. Ε, βέβαια, εκεί δεν περνούσαν οι εκκεντρικότητες και οι βεντετισμοί του. Εκεί ήταν απλά για να εκτελεί. Να κουβαλάει. Αν δημιουργούσε έστω και το παραμικρό πρόβλημα δεν θα του την χάριζαν. Θα τον έδιωχναν και θα έβρισκαν μέσα σε πέντε λεπτά άλλον. Έτσι, το ένστικτο της επιβίωσης αποδείχθηκε πολύ πιο ισχυρό από τον δαιμονισμένο εαυτό του. Εκεί στις σκαλωσιές του τρόμου, στις πιο αντίξοες συνθήκες, εκεί όπου ένα λάθος θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο, ξανάγινε άνθρωπος.»

Στην υπόθεση...
Ένας χώρος και δυο αντίπαλοι σε μια μονομαχία μέχρις εσχάτων. Μόνο που αυτή η αναμέτρηση δε γίνεται για να τους χωρίσει ή να αναδείξει κάποιον νικητή, αλλά για να ενώσει το πολύπαθο ζευγάρι. Πρόκειται για μια σπαρακτική ερωτική ιστορία, για ένα εντυπωσιακό, βαθύ ψυχογράφημα ταραγμένων ψυχών, πάντα ξεχωριστών, πάντα ανθρώπων που ξεφεύγουν από τον μέσο όρο και την κοινή λογική. Μόνο που εδώ ο συγγραφέας αφήνει τα κοινωνικοπολιτικά του σχόλια να περάσουν στο περιθώριο, στα πίσω - πίσω, με μια εντελώς διακριτική παρουσία και αφήνει τα πάντα στους δυο του χαρακτήρες. Με έναν σφιχτοδεμένο ρυθμό, με μια αριστοτεχνική σύλληψη, με ένα ξεδίπλωμα της ιστορίας και με μια εντυπωσιακή δομή.
Το βιβλίο του Γιώργου Κατσούλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγγελάκη.

Νάσος Κεδράκας

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών πριν ανακαλύψει την υποκριτική και σπουδάσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από όπου αποφοίτησε το 1942. Στην ανωτέρω φωτογραφία απεικονίζεται στο πρόγραμμα της παράστασης «Η γειτονιά των αγγέλων» (θέατρο Κοτοπούλη, 1963-1964).

Η Ιωάννα Νοταρά για το Πριν χαράξει

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Ι.Ν.: Επειδή το συγκεκριμένο βιβλίο στηρίζεται σε αληθινή ιστορία, δεν μου ήρθε σαν ιδέα ξαφνικά. Ήταν τουλάχιστον δύο χρόνια μες το μυαλό μου ώσπου εν τέλει έγινε πραγματικότητα.

Που γράψατε το βιβλίο σας;
Ι.Ν.: Γράφω συνήθως τα πρωινά στο γραφείο μου.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Ι.Ν.: Μου χρειάστηκε ένας χρόνος για να ολοκληρώσω το Πριν χαράξει.

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Ι.Ν.: Κοινωνικό.

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Ι.Ν.: Περιγράφοντας σύντομα την ιστορία του βιβλίου, θα σας έλεγα ότι αφορά την ιστορία της Άννας, την ηρωίδα της ιστορίας μου. Ξεκινάμε λοιπόν από τη δεκαετία του 60 όπου η Άννα μεγαλώνει σε μια αλλοπρόσαλλη οικογένεια. Οι γονείς της τσακώνονται σφοδρά και πολύ συχνά χρησιμοποιούν το εξάχρονο παιδί τους, την Άννα δηλαδή, προκειμένου ο πατέρας να επιστρέψει στο σπίτι. Μεγαλώνοντας η Άννα διώχνει τους φόβους και τις ανασφάλειες που την βασανίζουν ή, τουλάχιστον έτσι νομίζει, και εξελίσσεται σε μια ατίθαση απέναντι στους γονείς της έφηβη και, μια αυτοκαταστροφική ενήλικη. Μητέρα πια, θα αναγκαστεί να παλέψει σκληρά κυρίως με τον εγωισμό και τις λάθος επιλογές της. Όμως η Άννα λόγω του τρόπου που μεγάλωσε, έχει αποκομίσει μία λάθος εικόνα για τις έννοιες: οικογένεια, έρωτας, αγάπη.
Προχωρώντας το βιβλίο θα παρακολουθήσουμε την κακή σχέση μητέρας-κόρης, τον ρόλο της οικογένειας στον αυριανό ενήλικα και τέλος ένα από τα πολύ σημαντικά, κατά τη γνώμη μου, κομμάτια του βιβλίου, την αναμέτρηση της Άννας με τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά και τη δύναμη μιας γυναίκας που δεν σκύβει το κεφάλι. Επιμένει να μάχεται ώστε να προσπεράσει τα εμπόδια και τα λάθη της.

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Ι.Ν.: Τις αναμετρήσεις της ηρωίδας με τον εαυτό της.

Κάθε 29 του Φλεβάρη

29 Φλεβάρη 1972.
Δύο νεαρά παιδιά, ο Πάρης κι η Ελένη δίνουν την πρώτη τους αγκαλιά στη μέση του δρόμου για να προστατευτούν από τον όχλο των αστυνομικών που κυνηγά μία ομάδα νεαρών ταραχοποιών.
Η αναπάντεχη αυτή σωματική επαφή θα αποτελέσει το έναυσμα για την αποκάλυψη ανείπωτων συναισθημάτων αλλά και το θεμέλιο για την οικοδόμηση μιας αμφίπλευρης ερωτικής σχέσης.
Σχέση, η οποία θα διαβεί δύσβατα μονοπάτια, μονοπάτια διάσπαρτα με κοινωνικά κυρίως εμπόδια, μιας και μέσα απ' αυτά οι δυο ήρωες θα έρθουν αντιμέτωποι με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης...
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια έρχονται και φεύγουν, ο Πάρης κι η Ελένη όμως ακλόνητοι φροντίζουν για τη διατήρηση της σχέσης τους με κάθε δυνατό τρόπο.
Μέχρι τη στιγμή εκείνη που οι δρόμοι τους θα χωρίσουν αναπάντεχα.
Μα πριν συμβεί αυτό θα κάνουν μία συμφωνία...
Κάθε τέσσερα χρόνια, κάθε δηλαδή 29 Φλεβάρη, ημερομηνία που τους σημάδεψε κι άλλαξε ολοκληρωτικά τις ζωές τους θα δίνουν ραντεβού στο ίδιο μέρος και θα αναβιώνουν μαζί κάθε στιγμή της πρώτης τους συνάντησης...
Θα καταφέρουν άραγε να κρατήσουν την υπόσχεση τους;
Τι θα γίνει τη χρόνια του 2000;
Θα καταφέρει η Ελένη να παραστεί στο ραντεβού τους;
Το Κάθε 29 του Φλεβάρη όπως αντιλαμβάνεται κανείς από την παραπάνω περιγραφή είναι ένα αισθηματικό ελληνικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα ωστόσο που διέπεται από αρκετές κοινωνικές προεκτάσεις, μιας και μεγάλο μέρος της πλοκής του εκτυλίσσεται την εποχή της Χούντας και του Πολυτεχνείου
Αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα Αλέξανδρου Νίκα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ το 2012 και επανεκδόθηκε το 2016.
Ο συγγραφέας λοιπόν με απλοϊκό, βραχυπερίοδο λόγο, λόγο έντονα προφορικό, αφού το κείμενο είναι διαποτισμένο με πολλούς διαλόγους μεταξύ των ηρώων, πλάθει μία ιστορία ανθρώπινη και τρυφερή, με χαρακτήρες τόσο αληθινούς που σίγουρα θα μπορούσε κανείς να τους αναζητήσει στην πραγματική του ζωή. 
Ιστορία ωστόσο που δεν κατάφερε να καλύψει τις αναγνωστικές μου ανάγκες...
Δεν μπορώ να πω ότι διάβασα το βιβλίο με δυσκολία, αλλά ούτε πως με κούρασε καθώς τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο, δίχως ο συγγραφέας να γίνεται πληκτικός ή ιδιαίτερα αναλυτικός σε σημείο που να δημιουργεί εμπόδια στη ροή της πλοκής, και σε αυτό συμβάλλουν κυρίως τα σύντομα σε έκταση κεφάλαια που το αποτελούν.
Μπορώ να πω όμως, πως διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο πως εντόπισα ένα μεγάλο κενό στο συναισθηματικό του κομμάτι...
Πιστεύω δηλαδή πως ο συγγραφέας δεν κατάφερε τουλάχιστον για τα δικά μου αναγνωστικά γούστα να δώσει πνοή στα συναισθήματα που υπέβοσκαν τόσο κατά την περιγραφή των γεγονότων, όσο και κατά την αφήγηση των σκέψεων, των προβληματισμών και των συναισθηματικών διλημμάτων των ηρώων.
Συγκεκριμένα, μου έλειψε η τρυφερότητα στον λόγο του κατά τη διάρκεια περιγραφής γλυκών στιγμών μεταξύ του ζευγαριού, καθώς κι η ωμότητα, η σκληρότητα, αλλά και η ασθματική αίσθηση, στοιχεία τα οποία σε συνδυασμό με την γρήγορη εξέλιξη της πλοκής και τον κοφτό, στακάτο λόγο του συγγραφέα θα μπορούσαν κατά τη γνώμη μου να δημιουργήσουν έντονο χτυποκάρδι και αίσθημα αγωνίας απογειώνοντας έτσι την αφήγηση των γεγονότων που έλαβαν χώρα τις μέρες του Πολυτεχνείου...
Το ύφος του κειμένου τέλος, θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω αρκετά ξύλινο και δημοσιογραφικό, αποστειρωμένο από κάθε είδους συναίσθημα, δίχως αυτό βέβαια να κάνει το κλίμα μεταξύ αναγνώστη και ηρώων ανοίκειο και ψυχρό. Στην ενίσχυση αυτού του χαρακτηρισμού, ίσως διαδραμάτισε τον σημαντικό ρόλο η απουσία λυρισμού, η οποία φέρει από μόνη της μεγάλο συναισθηματικό όγκο, την παρουσία της οποίας χαίρομαι να εντοπίζω κατά τη διάρκεια ανάγνωσης ενός βιβλίου, γιατί θεωρώ πως είναι σημαντική για την δημιουργία συναισθημάτων που μέσω της αμεσότητας του λόγου του συγγραφέα θα περάσουν και θα γίνουν κτήμα του αναγνώστη.
Ολοκληρώνοντας, μπορεί να μην κατάφερε το συγκεκριμένο βιβλίο να με κερδίσει, όμως δεν με κούρασε, με αποτέλεσμα να το διαβάσω ευχάριστα. Σίγουρα, κατάφερα να εντοπίσω μέσα στο κείμενο ποιότητες που διέπουν τον συγγραφικό ρόλο του κύριου Νίκα, με κυρίαρχη αυτής της αφηγηματικής άνεσης, οι οποίες αν αναπτυχθούν με διαφορετικό τρόπο στο επόμενο του μυθιστόρημα είμαι βέβαιος πως θα δημιουργήσουν ένα αξιέπαινο λογοτεχνικό πόνημα το οπόιο και θα καταφέρω να απολαύσω!
Κλικ εδώ για περισσότερα του Γιάννη
Κερδίστε το!
Το koukidaki προσφέρει το βιβλίο σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες σχετικές πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 19 Δεκεμβρίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Να μου γελάς μαμά!

Γράφει η Μαίρη Τσίλη
Νύχτωσε μαμά κι εγώ για σένα φοβάμαι. Να μην μου πάθεις τίποτα. Ξαπλώνω και στον ύπνο μου κλαίω. Ίσως κι εσύ να κλαις. Σε παρηγορώ και με πείσμα σου λέω, πως πριν να ξημερώσει είναι το πιο μεγάλο σκοτάδι και να μην φοβάσαι.

Ξημέρωσε μαμά κι έχω δύναμη για σένα. Έρχομαι και κάνουμε ένα τσιγάρο μαζί και πίνουμε καφέ από την ίδια κούπα. Ξεκινάμε και δίνουμε την μάχη μαζί. Σου γελώ για να μου γελάσεις κι εσύ.

Αρχίζει η μάχη μαμά, κι εσύ τρέχεις αδύναμα κι εγώ κάνω την πιο αδύναμη από σένα για να σου δώσω δύναμη. Τρέχω όταν δεν τρέχεις πια για να μην καταλάβεις κάτι. Με κρατάς και σε κρατώ και κάνουμε ότι τίποτα άσχημο γύρω μας δεν τρέχει.

Στο θέατρο Τζένη Καρέζη...

Παραστάσεις που μπορείτε να δείτε στο θέατρο Τζένη Καρέζη την καλλιτεχνική περίοδο 2016-2017. Η ανάρτηση ενημερώνεται συνεχώς ενώ στο τέλος μπορείτε να βρείτε τα στοιχεία επικοινωνίας με το θέατρο.

Ανασταίνοντας τα χρόνια της χαμένης αθωότητας

Βρισκόμαστε στον Απρίλη του 1961, τότε που ο Ρώσος Γκαγκάριν ταξιδεύει στο διάστημα.
Το έργο ξεκινά παρουσιάζοντάς μας τρία διαφορετικής κοινωνικής θέσης ανδρόγυνα στην Ελλάδα εκείνης της εποχής, τα οποία όμως συνδέονται με δύο κοινές ωστόσο συνιστάμενες: Την προχωρημένη εγκυμοσύνη των γυναικών και την φιλοξενία τους στην ιδιωτική κλινική του γιατρού Αλέξανδρου Θεοχαρίδη.
Αρχικά μαθαίνουμε για την Λισάβ, τη γυναίκα του πλανόδιου πραματευτή Σαββίκου που έχουν κάνει μαζί ήδη τρεις κόρες.
Κατόπιν την Ισμήνη, που είναι παντρεμένη με τον Γεράσιμο ο οποίος έχει ως προτεραιότητα την πολιτική του καριέρα και έχουν μαζί έναν γιο.
Και τέλος την Μυρσίνη του Σωφρόνη που είχε στην κατοχή του μια ταβέρνα περιμένοντας σύντομα το πρώτο παιδί της οικογένειας.
Οι πόνοι των εγκύων γυναικών και η ταυτόχρονη επίσκεψή τους στον γιατρό, έχει ως αποτέλεσμα να γεννήσουν με διαφορά μονάχα λίγων λεπτών.

Στο θέατρο Λύχνος...

Οι παραστάσεις του θεάτρου Λύχνος σε μία ανάρτηση που ενημερώνεται καθημερινά. Ανατρέξτε όλη την ανάρτηση που προσφέρει συνοπτικά όλες τις παραστάσεις του χώρου ενώ στο τέλος της θα βρείτε τα στοιχεία επικοινωνίας με το θέατρο.

Οι Κροκόδειλοι

Στην υπόθεση... βρισκόμαστε στο νεκροταφείο αμέσως μετά την κηδεία του Δημοσθένη Ζωγόπουλου. Γύρω από τον τάφο του παραμένουν τέσσερις γυναίκες. Η μία είναι η χήρα του. Οι άλλες ποιες είναι; Γιατί βρίσκονται εκεί;
Σε αυτό το σπούκι σκηνικό διαδραματίζονται όλα. Η Βυζαντία Πυριόχου Γκυ υπογράφει μια μαύρη κωμωδία που τα έχει όλα: χιούμορ, έξυπνη πλοκή, ακέραιους και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, κοινωνικό σχόλιο, εκπλήξεις, ανατροπές κ.ά. και έχει δομηθεί στέρεα τόσο στο πρώτο μισό όπου μας συστήνει τις κυρίες όσο και στο δεύτερο όπου ξεδιπλώνονται κρυφές πτυχές και γίνονται οι αποκαλύψεις. Κι ενώ οι ιστορίες των ηρωίδων συγκλίνουν όλο και περισσότερο προς τον αποθανών -ένας νεκρός είναι το κέντρο όλων- μάς βάζει σε μια διαδικασία δημιουργίας σεναρίων για τη συνέχεια και την κατάληξη τής ιστορίας της η οποία έχει μια τύπου αστυνομική εσάνς (δε θα σας τα πω και όλα, να πάτε να το δείτε). Ποια είναι ποια λοιπόν και ποιος ήταν ο Δημοσθένης; Πόσα κροκοδείλια δάκρυα πια;
Στην παράσταση... περνάς καλά. Το κείμενο κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον σου, σε διασκεδάζει και σου χαρίζει χαμόγελα. Διαθέτει καλό πνεύμα και έξυπνη δομή. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι και όλες οι ερμηνείες αρτιότατες και απολαυστικές. Η παραστασιοποίηση της Βασιλικής Νικολοπούλου βοήθησε πολύ στην ανάδειξη όλων των καλών στοιχείων του έργου και η συνολική προσπάθεια θαρρώ ανταμείβει συντελεστές και κοινό.
Κλικ για περισσότερα της Τζένης
Αντί σκηνοθετικού σημειώματος:
Όταν ο εαυτός που έχουμε επινοήσει συγκρουστεί με την αλήθεια, μόνο τα δάκρυα μπορούν να μας γλιτώσουν. Τα δάκρυα μάς ακολουθούν, οι επιλογές μάς καθορίζουν, μάσκες μας καλύπτουν προσωρινά. Και η σοβαρότητα χάνεται... μαζί και η σοβαροφάνεια.
Αχ! Δεν κατάλαβα! Τι δεν κατάλαβες; Μπορεί... Μπορεί...
Μπορεί να είναι και κωμωδία. Μπορεί.
Βασιλική Νικολοπούλου

Κείμενο: Βυζαντία Πυριόχου Γκυ
Σκηνοθεσία: Βασιλική Νικολοπούλου
Πρωτότυπη Μουσική: Γιάννης Π. Οικονόμου
Σκηνογραφία-Επιμέλεια κοστουμιών: Μαρία Φραγκάτου
Κατασκευή σκηνικών: Αντώνης Φωτεινάκης
Φωτισμοί: Βασίλης Αβραμάκος
Β. Σκηνοθέτη: Ζωή Γανωτή
Trailer-φωτογραφίες: Πάνος Ηλιακόπουλος
Επιμέλεια αφίσας: Φρόσω Tουρνά

Ερμηνεύουν:
Κατερίνα Κατσαρού (Άννα Μαρία), Στέλλα Μουκαζή (Σάγια), Βασιλική Νικολοπούλου (Τζέσικα), Ευγενία Τριανταφυλλίδου (Κλέλια)

Κάθε Πέμπτη στις 21:15 ως και την 1η του Δεκέμβρη 2016.
Διάρκεια:70'

Θέατρο Άβατον
Ευπατριδών 3, Γκάζι, μετρό Κεραμεικός

Ennio Marchetto

Έρχεται!
Και μαζί με αυτόν και τα εκατό του πρόσωπα.
Ο Ennio Marchetto είναι το ζωντανό καρτούν και θα βρίσκεται στην Ελλάδα για δύο μοναδικές παραστάσεις-Χριστουγεννιάτικο δώρο για ατελείωτες βόμβες γέλιου και διασκέδασης.
Ο Ennio έχει καλλιεργήσει το δικό του μοναδικό σόου κάνοντας τούς εκατομμύρια θαυμαστές του να παραληρούν από overdose γέλιου ενώ εκείνος τα ψιλολέει με την Μονρόε, τη Μόνα Λίζα, την Ελισσάβετ της Αγγλίας (ναι, τη βασίλισσα) ή χορεύει ως Τίνα Τάρνερ, Έμινεμ και Φρέντυ Μέρκουρι. Στο δελτίο τύπου αναφέρει χαρακτηριστικά: Τη Beyonce με τον Elton John τους έχει πετύχει ποτέ παπαράτσι αγκαζέ; Η Amy Winehouse εθεάθη να πίνει καπουτσίνο με τον Πάπα! Ναι, με τον Πάπα. Όλα αυτά τα εξωπραγματικά μόνο οι υπερδυνάμεις του Ennio Marchetto τα κάνουν πραγματικά. Η Madonna δεν πιστεύει στα μάτια της. Οι δε Φρανκ Σινάτρα και Lady Gaga, πριν μοιραστούν το ίδιο μικρόφωνο, μοιράζουν αφειδώς αυτόγραφα. Χαμός!
Πού να τον προλάβεις; Μέχρι να ξεκαρδιστείς από το ένα σού σερβίρει το επόμενο και πάει λέγοντας. Αμείωτο κέφι, ατελείωτα χαχανιτά, ενέργεια στο φουλ, δεκάδες πρόσωπα, εκατοντάδες χάρτινα κοστούμια... ένας μοναδικός καλλιτέχνης που σαρώνει -κυριολεκτικά.

Ο Ennio Marchetto απαντά με θέρμη στις ερωτήσεις μου στη μόνη κοινή γλώσσα που έχουμε, την αγγλική. Η μετάφραση που ακολουθεί την κάθε μία έγινε προσπαθώντας να αποδώσει τις φράσεις του με μια διάθεση "λέξη προς λέξη" πάνω σε αυτά που αναφέρει. Τον υπερευχαρισώ για την θετική διάθεση -θα καταλάβετε αμέσως τί εννοώ- και την άμεση ανταπόκριση.

You are an original quick change artist, revolutionising the art of origami into theatrical magic. How all these started?
Ε.Μ.: The idea for my first paper character came to me when I was 20 years old and working in Venice with my father, repairing espresso machines. I didn’t really like the job, I was more interested in working in theatre. That’s when I started to design and create costumes for the Carnival. They were made with different materials and fabrics, from metal to plastic and paper. I used paper because I once had a dream, where I saw Marilyn Monroe all dressed in white paper and with a paper wig. When I woke up, I took paper and scissors and I created my first paper character, which also remained the only paper costume for three years. A few years later I auditioned for the Italian TV channel RAI and the panel really liked my act, especially because of the originality of my Marilyn costume. I was already mimicking other characters, but their costumes weren’t made of paper, I specifically wanted Marilyn to be the only one and stand out. However, after that audition I realized that I should continue to create paper costumes, so started designing many different characters in order to have at least a one-hour show ready.
Είστε ένας αυθεντικός καλλιτέχνης γρήγορων αλλαγών που ενσωματώνει την τέχνη του οριγκάμι στην θεατρική μαγεία. Πως ξεκίνησαν όλα;
Ε.Μ.: Η ιδέα για τον πρώτο χάρτινο χαρακτήρα μού ήρθε όταν ήμουν 20 χρονών δουλεύοντας στη Βενετία με τον πατέρα μου, επισκευάζοντας μηχανές εσπρέσο. Δε μου πολυάρεζε η δουλειά, περισσότερο με ενδιέφερε να εργάζομαι στο θέατρο. Τότε ήταν που άρχισα να σχεδιάζω και να δημιουργώ κοστούμια για το Καρναβάλι τα οποία φτιάχνονταν με ποικίλα υλικά και υφάσματα, από μέταλλο ως πλαστικό και χαρτί. Χρησιμοποίησα χαρτί επειδή κάποτε είδα ένα όνειρο όπου η Marilyn Monroe ήταν ντυμένη εξολοκλήρου με λευκό χαρτί και είχε ένα χάρτινο φτερό. Όταν ξύπνησα, πήρα χαρτί και ψαλίδι και δημιούργησα τον πρώτο μου χάρτινο χαρακτήρα, ο οποίος παρέμεινε για τρία χρόνια. Μερικά χρόνια αργότερα πέρασα οντισιόν για το ιταλικό τηλεοπτικό κανάλι RAI και το νούμερό μου πραγματικά άρεσε στο πάνελ περισσότερο για τη μοναδικότητα του κοστομιού Μέριλιν. Ήδη έκανα μιμήσεις άλλων χαρακτήρων αλλά τα κοστούμια τους δεν ήταν χάρτινα· ήθελα η Μέριλιν να είναι μοναδική. Παρόλα αυτά, μετά από αυτήν την οντισιόν συνειδητοποίησα ότι πρέπει να συνεχίσω να δημιουργώ χάρτινα κοστούμια κι έτσι ξεκίνησα να σχεδιάζω διάφορους χαρακτήρες με σκοπό να καλύψω τουλάχιστον ένα ωριαίο σόου.

Where does your inspiration come from? What inspires you?
Ε.Μ.: I believe that inspiration can be found in anything. I sometimes get inspired by the lyrics of the songs I choose and that I think are amusing, then I find what makes the characters funny and I work on the costumes and edit the songs. When I started, I was designing and creating the costumes by myself, but after two years I met a Dutch designer, Sosthen Hennekam, who was full of ideas and very good with paper and pencil. We have been working together for 27 years.
Από που προέρχεται η έμπνευσή σας; Τι σας εμπνέει;
Ε.Μ.: Θεωρώ ότι η έμπνευση βρίσκεται παντού. Κάποιες φορές εμπνέομαι από τους στίχους των τραγουδιών που επιλέγω και αυτό νομίζω είναι το εκπληκτικό. Μετά βλέπω τί κάνει τους χαρακτήρες αστείους και δουλεύω κοστούμια και επεξεργασία τραγουδιών. Όταν πρωτοξεκίνησα σχεδίαζα και κατασκεύαζα τα κοστούμια μόνος μου όμως μετά από δύο χρόνια γνώρισα έναν Δανό σχεδιαστή, τον Sosthen Hennekam, που είχε πάμπολλες ιδέες και ήταν τόσο καλός με το χαρτί και το μολύβι! Μαζί δουλεύουμε 27 χρόνια.

We have seen you at all these wonderful solo performances. Have you ever thought to perform with company?
E.M.: No, I prefer to work on my own. I’ve done it for 30 years now and I am used to it.
Anyway, I think my show works better as a one-man performance rather than with a full company.
Σας έχουμε απολαύσει σε όλες αυτές τις εκπληκτικές σόλο παραστάσεις σας. Έχετε σκεφθεί ποτέ να αποκτήσετε παρέα;
E.M.: Όχι, προτιμώ να δουλεύω μόνος. Το κάνω εδώ και 30 χρόνια και το έχω συνηθίσει.
Τέλος πάντων, θεωρώ ότι στο σόου μου ταιριάζει καλύτερα η σόλο παράσταση παρά με μεγάλη παρέα.

Have you ever count your transformations? How many characters indeed?
E.M.: I believe I have around 350 characters. Many of them are very old, dating back to when I started back in the 1980s, and have already been forgotten. Of course I have some evergreen characters that everybody knows, but I also have to constantly update my repertoire in order to attract old and young audiences at the same time. Each generation identifies itself in a specific musical era and this way everybody can identify themselves and enjoy the show even more.
Έχετε μετρήσει τις μεταμορφώσεις σας; Πόσοι χαρακτήρες αλήθεια;
E.M.: Πιστεύω ότι έχω περίπου 350 χαρακτήρες. Κάποιοι είναι πολύ παλιοί, χρονολογούνται από τα 80's που ξεκίνησα και ήδη έχουν ξεχαστεί. Φυσικά έχω κάποιους αειθαλείς που γνωρίζουν άπαντες αλλά πρέπει να ανανεώνω συνεχώς το ρεπερτόριό μου για να έλκω μεγαλύτερο και νεανικό κοινό ταυτόχρονα. Η κάθε γενιά ανταποκρίνεται σε διαφορετική μουσική εποχή κι έτσι όλοι αντιπροσωπεύονται και διασκεδάζουν με το σόου ακόμη περισσότερο.

Is there someone that you would like to mimic but never had the chance?
E.M.: Not that I can think of. Generally if I don’t find a funny aspect of a character, I usually leave it alone for a while until I find it. There are plenty of characters that at first I couldn’t create, but sooner or later I managed to crack them. There is a character that I mimic, but I am still not sure I can properly recreate: Michael Jackson. His body movements were unique and my shoes and the dance mat aren’t very helpful in recreating the ‘moon walk’. Anyway, the number is still very funny!
Υπάρχει κάποιος που θα θέλατε να μιμηθείτε αλλά δεν είχατε μέχρι σήμερα την ευκαιρία;
E.M.: Όχι από όσο μπορώ να θυμηθώ. Γενικότερα, όταν δε βρω την αστεία πλευρά ενός χαρακτήρα, συνήθως τον παρατάω για λίγο μέχρι να το επιτύχω. Υπάρχει κι ένα πρόσωπο που μιμούμαι αλλά ακόμη δεν είμαι σίγουρος ότι τον αναπαριστώ επαρκώς: τον Μάικλ Τζάκσον. Οι κινήσεις του σώματός του ήταν μοναδικές και τα παπούτσια μου όπως και το δάπεδο δε με βοηθούν αρκετά στην αναπαράσταση του moon walk.[1] Παρόλα αυτά το νούμερό μου είναι πολύ αστείο!

Who is your favourite, most adorable, character?
E.M.: Marilyn is my favourite, because she changed my life, but I am also usually very fond of my latest creation because it gives me the chance to challenge myself and do something new. This is extremely important after such a long career and exciting at the same time. It’s entertaining for my audiences, but first of all it’s entertaining for me, otherwise I get bored!
Ποιος είναι ο αγαπημένος σας, πιο λατρεμένος, χαρακτήρας;
E.M.: Η Μέριλιν είναι η αγαπημένη μου γιατί μου άλλαξε τη ζωή κι επιπλέον γιατί λατρεύω την πιο πρόσφατη δημιουργία μου που μου παρέχει τη δυνατότητα να προκαλέσω τον εαυτό μου με κάτι νέο. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό μετά από μια τόσο μεγάλη καριέρα και ενθουσιώδες παράλληλα. Διασκεδάζει το ακροατήριό μου αλλά, πρωταρχικά, διασκεδάζει εμένα, αλλιώς βαριέμαι!

Ο Ιταλός ξεκίνησε την καριέρα του ως ζωγράφος όμως μη μπορώντας να ελέγξει την φαντασία του, τη δεξιοτεχνία του και την μιμιτική του ικανότητα και συνδυάζοντας όλα τα ταλέντα του κέρδισε πάμπολλα βραβεία, διακρίσεις και, το σημαντικότερο, τις καρδιές εκατομμυρίων θεατών σε όλο τον κόσμο.[2]

Αναμένουμε τις ημέρες και ώρες των εμφανίσεων του ΕΝΝΙΟ

Directed and Designed by Ennio Marchetto and Sosthen Hennekam
Παραγωγή: Pacific World Greece & Robin 4 Arts in association with Glynis Henderson productions

[1]  Αναφέρεται στην χαρακτηριστική χορευτική φιγούρα που εισήγαγε πρώτος ο Μάικλ. Μετάφραση: το περπάτημα του φεγγαριού ή το περπάτημα στο φεγγάρι.
[2] Βραβείο WINNER OF CANNES BEST SHOW, PERFORMANCE D’ ACTEUR και WINNER OF THE GOLDEN LION, VENICE ENTERTAINMENT FESTIVAL. Οι υποψηφιότητές του για βράβευση δε σταματούν ποτέ!

Το δωμάτιο

Ο Τζακ είναι ένα πεντάχρονο αγόρι που γεννήθηκε και ζει στο Δωμάτιο.
Όλος του ο κόσμος είναι το Δωμάτιο... Ένας κόσμος ασφυκτικά μικρός, μιας και το Δωμάτιο είναι μία αποθήκη κήπου με έναν φεγγίτη, που όμως για τον Τζακ είναι αρκετός...
Στο Δωμάτιο λοιπόν, που αποτελείται από το Κρεβάτι, την Ντουλάπα, το Κάτω Από Το Κρεβάτι, την Μπανιέρα, τον Νεροχύτη... ο Τζακ περνά κάθε του μέρα συντροφιά αποκλειστικά με την μητέρα του, όντας αποδέκτης της αμέτρητης αγάπης της, κάνοντας διάφορες δημιουργικές δραστηριότητες μαζί της, ώστε να γεμίσει τις δύσκολες ώρες του χρόνιου εγκλεισμού τους...
Εκτός όμως, από τα βραδιά που κρύβεται στην Ντουλάπα, αφού το Δωμάτιο επισκέπτεται ο ΣαταΝίκ, και ξαπλώνει κάνοντας ησυχία και παράλληλα μετρώντας τα “κράκ-κράκ”, ήχους που βγάζει το Κρεβάτι της μητέρας του μέχρι τη στιγμή που θα τον πάρει ο ύπνος...
Οι ώρες, οι μέρες, οι βδομάδες κι οι μήνες περνούν...
Οι αντοχές και τα όρια της μητέρας στερεύουν...
Κι έτσι, έρχεται εκείνη η στιγμή των αποκαλύψεων, η στιγμή που αρχίζουν τα ξεψέματα κι ο Τζακ θα μάθει επιτέλους πως όλα αυτά που βλέπει στην Τηλεόραση και αποτελούν το “Έξω” είναι πραγματικά...
Το Δωμάτιο είναι ένα ευφυές κοινωνικό μυθιστόρημα.
Ένα μυθιστόρημα καθηλωτικό, που συναρπάζει τον αναγνώστη και τον κρατά σε εγρήγορση με τις χορδές των συναισθημάτων του τεντωμένες επικίνδυνα...
Είναι ένα μυθιστόρημα «γροθιά στο αναγνωστικό στομάχι» που μιλά με τρόπο άμεσο για περιστατικά σωματικής και ψυχολογικής βίας, περιστατικά δουλείας και εκβιασμού, που συμβαίνουν γύρω μας τόσο συχνά μα αδυνατούμε πολλές φορές να τα αντιληφθούμε, μέχρι τη στιγμή εκείνη που έρχονται με κάποιον τρόπο στο φως και συγκλονίζουν την κοινή γνώμη του δυτικού κόσμου.
Είναι ένα βιβλίο τόσο σκληρό μα και τρυφερό συνάμα, μιας και όλη αυτή η νοσηρή κατάσταση είναι δοσμένη μέσα από τα παιδικά μάτια του πεντάχρονου Τζακ, τον οποίο νομίζω κανένας αναγνώστης δεν μπορεί να μην αγαπήσει!
Η συγγραφέας πολύ έξυπνα επιλέγει η αφηγηματική της φωνή να είναι ένα μικρό αγόρι.
Έτσι η αφήγηση της, παρά το στενάχωρο, βαρύ κι ίσως αγχωτικό κλίμα που μπορεί να επικρατεί μέσα στις σελίδες του βιβλίου της, είναι γλυκιά, κατά τόπους δροσερή και διανθισμένη με αρκετές δόσεις χιούμορ, μιας και η συγγραφέας εκτός από την περιγραφή της καθημερινότητας τους, μας δίνει και τις εύλογες απορίες και έξυπνες κι αστείες κάποιες φορές σκέψεις του μικρού Τζακ που αποφορτίζουν λιγάκι το συναισθηματικό όγκο του αναγνώσματος προσδίδοντας στην ανάγνωση μία ευχάριστη νότα, κάνοντας το κείμενο να κυλά ανεμπόδιστα, με ρυθμό γρήγορο, παρασύροντας τον σε ένα ασύλληπτο ταξίδι!
Κλείνοντας, Το Δωμάτιο είναι ένα μυθιστόρημα ύμνος στην αγάπη και συγκεκριμένα την μητρική αγάπη. Την αγάπη εκείνη που είναι αρκετή για να χρωματίσει με τις δικές της φωτεινές μπογιές μια σκοτεινή πραγματικότητα, καλύπτοντας έτσι όλη την ασκήμια του κόσμου, αμβλύνοντας την σκληρότητα μιας δύσκολης πραγματικότητας, κάνοντας την αρκετά πιο υποφερτή, μα και προσδίδοντας της κάποιο νόημα, ώστε το παιδί να έχει λόγο ύπαρξης μα και μία όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική ανατροφή και καθημερινότητα.
Κι όλα αυτά γιατί η μάνα πάνω από όλους και από όλα, πάνω ακόμα και από τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες βάζει πάντα το παιδί της κι είναι έτοιμη να θυσιαστεί γι' αυτό...
Κλικ εδώ για περισσότερα του Γιάννη
Το μυθιστόρημα της Έμα Ντόναχιου, Το δωμάτιο, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Ο Ιωάννης Πάππος για το Hotel Living

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Ι.Π.: Η κρίση του ’08 στην Αμερική, όπως και το 9/11 με άλλαξε σαν Νεοϋρκέζο. Με ξύπνησε, όχι για το τί κάνω με τη ζωή μου, αλλά με το τί δεν κάνω. Έτσι αποφάσισα να ταξιδέψω, αυτό δεν βοήθησε όσο περίμενα και μετά πήγα στο Πήλιο (από όπου κατάγομαι) και άρχισα να γράφω. Μέσα σε λίγους μήνες τελείωσα το πρώτο draft του HOTEL LIVING.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Ι.Π.: Σκοτεινό.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Ι.Π.: Να βάλει ζώνη οδήγησης.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Ι.Π.: Θα κρατούσε 5 χρόνια, και θα πηγαίναμε: Σαν Φρανσίσκο, Παρίσι, Σεντ Βίνσεντ και Γρεναντίν, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες. Σικάγο…

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο
Ι.Π.: Η ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΠΑΓΩΣΕΙ, σαν τον καιρό στη Νέα Υόρκη. «Πρόβατα!» φωνάζω σ’ έναν ξεναγό που βοηθάει ένα τσούρμο τουρίστες να βγάλουν φωτογραφίες μπροστά στα σκαλοπάτια της Κάρι από το Sex and the City. Οι γυναίκες στο γκρουπ με κοιτάν όπως καπνίζω έξω από το Sant Ambroeus, δύο τετράγωνα από το καινούριο μου σπίτι στην Μπανκ.
«Τι;» φωνάζω, έτοιμος για καβγά, όμως o ξεναγός με αγνοεί.

Το HOTEL LIVING είναι ένα ταξίδι που ξεκινά μέσα στο φως αλλά κάπου κάπως χάνεται στο σκοτάδι, στα μισά χαμόγελα, στα δύσκολα συναισθήματα και όνειρα, και τελικά στη σιωπή. Παρατηρητής αλλά και συλλέκτης ανθρώπων ο Στάθης, βρίσκει δύναμη εκεί που δεν το περίμενε.[1]
Ιωάννης Πάππος

Σαν περίληψη...
Ο Στάθης Ρακής αφήνει το χωριό του στο Τρικέρι σπρωγμένος από την περιέργεια και την τύχη, για να βρεθεί στην Καλιφόρνια την εποχή της φούσκας των dot-coms. Επιστρέφει στην Ευρώπη για MBA και στη συνέχεια πιάνει δουλειά σε γαλαζοαίματη εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων γεμάτη golden boys, που τον οδηγεί από πελάτη σε πελάτη και από πόλη σε πόλη. Ερωτευμένος με κάποιον που είναι το άκρως αντίθετό του (οικολογία, κομουνισμός, ανταρσία...), περνάει το λίγο χρόνο που δεν είναι φυλακισμένος στο γραφείο δικαιολογώντας τις επιλογές του, λεηλατώντας το μίνι μπαρ, παλεύοντας με την αϋπνία και παραγγέλνοντας ρουμ σέρβις (φαγητό, αλλά και άλλα…) σε σουίτες στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, στο Παρίσι και στο Λονδίνο.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και καθώς η οικονομία καλπάζει ξέφρενα προς την επόμενη φούσκα, ο Στάθης συμπαρασύρεται προς τα πάνω και γίνεται μάρτυρας της παρακμής και των χρηματιστηριακών οργίων που θα οδηγήσουν στην κρίση του 2008, μπλεγμένος σε ένα σκάνδαλο που έχει στηθεί γύρω του. Σε ένα χώρο διαπλεκόμενων –από συγχωνεύσεις και εξαγορές μέχρι πολεμικούς ανταποκριτές και σταρ του Χόλιγουντ–, παραμένει ο αιχμάλωτος αουτσάιντερ: υπερβολικά Έλληνας για να μείνει, υπερβολικά κυνικός για να φύγει.
Μοναδικά ξενοδοχεία, κοστούμια ραμμένα κατά παραγγελία, insider trading, γροθιές, ουσίες και γρήγορο σεξ, σε μια ιστορία αγάπης αλλά και κοινωνικής κριτικής, γραμμένη από κάποιον που έζησε τα ιλιγγιώδη χάι του επιχειρηματικού κόσμου στα ’00s και επέζησε για να πει την ιστορία από μέσα.

Εκείνο το βράδυ αντίκρισα το Μπέκουεϊ, μαύρο, να μεγαλώνει από το κατάστρωμα του φέρι που είχα πάρει από το Σεντ Βίνσεντ.
Τα φώτα του Πορτ Ελίζαμπεθ αναβόσβηναν καθώς πηγαίναμε καταπάνω τους, στο νότιο άκρο της Καραϊβικής.
Είχε κάτι το σίγουρο και οικείο η διαδρομή, θύμιζε τον τρόπο που τα φέρι έφταναν στο λιμάνι του νησιού, στο Τρικέρι, γλιστρώντας ανάμεσα από καΐκια αρόδο ολόγυρά τους, λες και δεν υπήρχαν ή δεν είχαν σημασία – ή απλά γνώριζαν την ακριβή τους θέση σε μια ρουτίνα συνύπαρξης. Δεν μπορούσα να θυμηθώ να είμαι πιο κουρασμένος, jet-lagged και χαρούμενος.
Ο Έρικ έγερνε σ’ ένα σκουριασμένο ημιφορτηγάκι σαν εκείνους τους χάρους που οδηγούσα μικρός στο Πήλιο. Είχε παρκάρει λίγα μέτρα από κει που δέσαμε, με την πόρτα του οδηγού ορθάνοιχτη και το ραδιόφωνο να παίζει. Ήταν μαυρισμένος, φορούσε ένα τισέρτ και τζιν. Ξυπόλυτος.
«Φέτα! Καλώς ήρθες!» φώναξε στα ελληνικά.
Το βιβλίο του Ιωάννη Πάππου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Βρείτε το εδώ!
Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Λιβάνη προσφέρουν το βιβλίο του Ιωάννη Πάππου σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση αλλά και για να στείλετε το μήνυμά σας στον ίδιο κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες πληροφορίες για τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση έχει προγραμματισθεί για τις 15 Δεκεμβρίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Το ηλεκτρικό πρόβατο

Θα ήταν το λιγότερο ασέβεια για κάποιον να γράψει για οποιοδήποτε έργο του Φίλιπ Ντικ, κοιτώντας απλά επιδερμικά τις ιστορίες του. Το λέω αυτό γιατί ξεκινώντας να διαβάζω το ηλεκτρικό πρόβατο, δεν μπόρεσα να μην αναζητήσω πληροφορίες στο διαδίκτυο. Να και κάτι που δεν το κάνουμε συχνά: Να διαβάζουμε ένα βιβλίο που μας εξάπτει το ενδιαφέρον για το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις. Έπεσα λοιπόν σε κάποια επιδερμική κριτική. Καλό βιβλίο -έγραφε- αλλά είναι από αυτές τις ιστορίες που ήταν της μόδας στα χρόνια των ‘60s-‘70s και λίγο μπορεί να αγγίξει τον αναγνώστη του 2020, μπλα, μπλα. Έγινα έξαλλη. Έξαλλη! Αλλά δε θα αφιερώσω ούτε λέξη παραπάνω για αναγνώστες/κριτικούς αυτού του χείριστου είδους -αν και κατά πάσα πιθανότητα, ο συγγραφέας να γελούσε. Ή μήπως θα πληγωνόταν;
Ο Φίλιπ Ντικ υπήρξε ο απόλυτα μεταμοντέρνος Ρομαντικός. Αγάπησε βαθιά τον άνθρωπο, και πίστευε ακράδαντα στην έμφυτη καλοσύνη του. Ποτέ ο άνθρωπος δεν υπήρξε αμαρτωλός. Ποτέ. Ο άνθρωπος για τον Φίλιπ Ντικ, σπρώχτηκε στην αμαρτία. Ύπουλα και άδικα. Από έναν ύπουλο και άδικο Θεό, που βρίσκει κάθε λογής τρόπους να μην αφήνει τον άνθρωπο ήσυχο. Ο άνθρωπος λοιπόν ήταν η πηγή όλων των ερωτημάτων που τον καταδίκασαν να ζει οργισμένος ολόκληρη τη ζωή του, και τον βασάνισαν μέχρι θανάτου (κυριολεκτικά), η αρχή όλου αυτού του καλειδοσκοπίου ερωτημάτων που επέστρεφαν πάντα, πίσω στον άνθρωπο και στη μια και μοναδική ερώτηση:
Όταν πάψω να νοιάζομαι για τους ανθρώπους, παύω να είμαι άνθρωπος;
Διαβάζοντάς τον, αναρωτιέσαι αν ο κόσμος που ζούμε είναι από τους δικούς του, ή αν τον οραματίστηκε τότε. Τότε που για να παραμείνει ακέραιος έτρωγε ζωοτροφές, βυθισμένος στην απόγνωση κι έσπρωχνε τον εαυτό του στα άκρα μπουκώνοντάς τον αμφεταμίνες για να γράψει, να γράψει, να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που σπαρταρούσαν μες στο μυαλό του, αναζητώντας πάντα, την ίδια απάντηση, γράφοντας ξανά και ξανά την ίδια ερώτηση, σαν ένας άλλος Σίσυφος καταδικασμένος σ’ έναν από τους ορισμούς της λογοτεχνίας, σαν ένας άλλος Ισμαήλ που μένει χίλιες φορές ζωντανός και μονάχος.
Για να κατανοήσεις τον Ντικ, πρέπει (πρώτα;) να έχεις διαβάσει Καμύ, και να έχεις κατανοήσει τον Κάφκα. Μα τον Κάφκα δεν τον καταλαβαίνεις στα 15, ούτε στα 20. Ίσως ούτε και στα 30, αλλά μάλλον η ηλικία δεν παίζει ρόλο εδώ. Δε διαβάζεις κάτι διαφορετικό επειδή μεγάλωσες (κι άλλαξες). Τα βιβλία του Καμύ, του Κάφκα, όπως και τα βιβλία του Φίλιπ Ντικ, αλλάζουν τα ίδια.
Ένα ερώτημα κόλλησε στο μυαλό μου όταν ξεκίνησα να διαβάζω το ηλεκτρικό πρόβατο: Γιατί σ’ αυτόν το ρημαγμένο τόπο, το πολυτιμότερο που μπορεί να αποκτήσει κανείς είναι ...ένα ζώο;
Ίσως γιατί το αμέσως επόμενο στάδιο αυτών που χρησιμοποιούν τα ζώα ως αντικείμενα, είναι να κάνουν το ίδιο με τους ανθρώπους. Εξάλλου και η Ιστορία το έχει αποδείξει. Το κυνήγι των ζώων εξελίχτηκε σε κυνήγι ανθρώπων. Μην πάτε μακριά, αλλάξτε μόνο το περιτύλιγμα και είναι πάντα εκεί -στις μετακινήσεις πληθυσμών, στους εγκλεισμούς και την απομόνωση, στις αλυσίδες και τα κλουβιά και τα πειράματα: Πανομοιότυπα βασανιστήρια, με διαφορετικούς ορισμούς -το περιτύλιγμα, για να μη θίγεται και διαταράσσεται η μνήμη, για να πιστεύουμε πάντα πως όλα αυτά ανήκαν σε μια σφαίρα του κάποτε και στα ναζιστικά στρατόπεδα.
Είμαστε στο 1992 και τα ανδροειδή που κατασκευάστηκαν αρχικά ως υπηρέτες και στάλθηκαν στις αποικίες μαζί με τους ανθρώπους που εγκατέλειψαν τη γη μετά τον Τελικό Παγκόσμιο Πόλεμο, τώρα επιστρέφουν. Ο Ντέκαρτ, ένας κυνηγός επικηρυγμένων ανδροειδών, που προσπαθεί να μαζέψει χρήματα για να αγοράσει επιτέλους ένα αληθινό πρόβατο, καλείται να τα εξοντώσει. Αυτό είναι όλο κι όλο το στόρι, παίδες. Και ο μόνος λόγος που το έχωσα με τρεις σειρές μέσα στο κείμενο, είναι για το τυπικόν του πράγματος. Μα ό,τι και να σας πω εγώ, ό,τι και να διαβάσετε στο οπισθόφυλλο, είναι λίγο, αδιανόητα και ντροπιαστικά λίγο για να περιγράψει το μεγαλείο αυτού του βιβλίου. Να δείτε που σε είκοσι χρόνια θα ξαναβγεί με αλλαγμένο το 1992. Ίσως να γίνει 2022. Ποιος ξέρει; Μακάρι τώρα που η επανέκδοσή του ήρθε από έναν καθαρά λογοτεχνικό οίκο (αυτό από μόνο του κάτι λέει!) και ξέφυγε από τον περιορισμό του Science Fiction (γιατί δεν είναι μόνο SF!), να αποφασίσετε να διαβάσετε περισσότερο Φίλιπ Ντικ. Να τον μελετήσετε θα πρότεινα εγώ.
Ο φουτουριστικός κόσμος του 1992 που για μας είναι πλέον τα μικράτα μας και το (για τότε) προχωρημένο στόρι, δεν είναι τίποτα. Είναι απλώς η βάση για να στηθεί ολόκληρος αυτός ο λαβύρινθος από ερωτήματα, θέματα, ιδέες, προσωπικές και συλλογικές ανησυχίες, και γι αυτό πρέπει να διαβάζουμε Φίλιπ Ντικ ξανά και ξανά, κι όσο τον διαβάζει κανείς δεν μπορεί παρά να νιώθει μόνο δέος γι αυτόν τον (ομολογουμένως δύσκολο) Άνθρωπο, που αγαπούσε τους ανθρώπους, αγαπούσε τα ζώα, που αμφισβητούσε κι απεχθανόταν την εξουσία στην κάθε μορφή της, που με απίστευτο θάρρος και θράσος (προ)κάλεσε την ανθρωπότητα να αμφισβητήσει την πραγματικότητα, που η αγάπη του αυτή τον ξέκανε, που η κατηγοριοποίησή του στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας τον αδικεί. Τόσο απλά.
Τον αδικεί γιατί ο Ντικ έφτιαχνε απλώς κόσμους για να κρατήσει ασφαλείς τους αγαπημένους του, γιατί ο πραγματικός κόσμος ...δεν του έκανε. Τον αδικεί γιατί υπήρξε ένας μεγάλος, δύστροπος και ιδιαίτερος και ιδιοφυής και τρελός φιλόσοφος.
Ακόμα κι όταν γύρω σου όλα μοιάζουν σαν ένας ατέρμονος κύκλος δυστυχίας, εσύ να παραμένεις Άνθρωπος. Αυτός είναι θρίαμβος.
Αυτός είναι ο θρίαμβός μας. Αυτό. Respect.
Κλικ για περισσότερα της Κατερίνας
Το βιβλίο του Φίλιπ Ντικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
Δείτε το!

Η μύγα

Για την ιστορία... η Μύγα έχει γίνει δύο φορές κινηματογραφική ταινία και τις δυο με μεγάλη επιτυχία γι' αυτό και το θεωρώ σίγουρο να έχεις δει τουλάχιστον τη μία από αυτές. Η πρώτη της εκδοχή ήταν το 1957 από τον Κουρτ Νιούμαν και η δεύτερη, η πιο σύγχρονη, το 1986 από τον Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ. Προσωπικά, όταν είδα -κατά λάθος, επειδή αυτήν την ταινία έπαιζε στην τηλεόραση ένα κανάλι και έχοντας παντελής άγνοια για την υπόθεση- την δεύτερη, την πιο μοντέρνα, έκανα μέρες να ξεπεράσω το σοκ των ειδικών εφέ. Οι εικόνες εκείνου του επιστήμονα καθώς αντιλαμβάνεται το λάθος του πειράματος είχαν γίνει καθημερινή μου σκέψη, τόσο εντυπωσιασμένη ένιωθα από το κόνσεπτ, τις εικόνες, την κατάληξη, τις πιθανότητες που έχεις να κάνεις λάθος ενώ τα έχεις κάνει όλα σωστά αλλά και το δέος της επιστημονικής φαντασίας που, με τον τρόπο της, προσφέρει από νωρίς εκείνο που αποτελεί την πρόοδο του μέλλοντος. Κι αφού το πείραμα του ήρωα είχε να κάνει με μεταφορά ύλης από το σημείο άλφα στο σημείο βήτα με τη μέθοδο του διασπασμού της ύλης σε άτομα και της επανασυγκρότησής της στον τόπο μεταφοράς, ε, καταλαβαίνεις τον εκστασιασμό μου και μόνο στη σκέψη τής προοπτικής. Παρόλα αυτά, η ιδέα αυτή προήλθε από εκείνη την παλαιότερη ασπρόμαυρη ταινία του 57, την οποία αναζήτησα και επιδίωξα επίσης να δω. Κι αφού το κάθε έργο πρέπει να το κρίνεις στην εποχή του, η ταινία του Νιούμαν αν και ασπρόμαυρη και χωρίς τις τεχνικές ευκολίες της δεύτερης, ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή. Δεν μπορούσε να έχει τα εφέ εκείνης του Κρόνεμπεργκ, ούτε την άνεση, αλλά είχε την πρωτοπορία, την αυθεντικότητα, τον ρομαντισμό των "χειροποίητων" εφέ και του ασπρόμαυρου φιλμ, το σενάριο-ψυχογράφημα των χαρακτήρων κ.ά. Θα μπορούσα να σου ιστορήσω αναλυτικά την ιστορία (εξάλλου πολλοί τη γνωρίζουν ήδη) αλλά δε θα το κάνω γιατί η έκπληξη που προσφέρει η υπόθεση στον αμύητο θεατή είναι ένα από τα ατού της.
Για την υπόθεση... και για τον ίδιο λόγο (βλέπε τελευταία φράση προηγούμενης παραγράφου) δε θα σου πω πολλά. Με δυο λόγια, βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 50 στη Γαλλία, όπου ένας επιστήμονας πειραματίζεται με τη μεταφορά ύλης. Όμως ένα τρομερό ατύχημα τον βάζει σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.
Για την θεατρική παράσταση... είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στην σκηνή και το εγχείρημα ανέλαβε ο Διονύσης Λυκιαρδόπουλος παρά τις όποιες τεχνικές δυστοπίες του μέσου, γιατί ως γνωστόν το θέατρο δεν έχει εφέ οπότε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας είναι στοίχημα. Το ήθελα πάρα πολύ, θα μου πει στη συνάντησή μας, το δούλεψε και το κατάφερε. Πραγματικά, το κατάφερε, όπως και όλη η ομάδα (το θέατρο ως γνωστόν είναι ομαδικό "άθλημα"). Έτσι, λοιπόν, τα Δευτερότριτα μπορείς να απολαύσεις μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας στη θεατρική σκηνή του Παραμυθίας και να έχεις την εμπειρία αυτής της περίεργης για τα θεατρικά δρώμενα σύμπραξης του επιστημονικοφανταστικού στοιχείου μέσα από τη ζωντανή διάδραση του θεάτρου.
Το κείμενο και η σκηνοθετική άποψη έμειναν πιστά σε εκείνη την πρώτη ταινία κι έτσι όλα τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι εποχής (και αντίκες). Η παραστασιοποίηση επιτεύχθηκε με τη συμβολή προβολών βίντεο φτιαγμένων για τις ανάγκες της παράστασης και η όλη οπτική (σκηνή και video art) παρέμεινε ρομαντικά ασπρόμαυρη όπως σε εκείνο το φιλμ.
Ο Σταμάτης Κακαβελάκης βιώνει την ψυχοσύνθεση του επιστήμονα που έρχεται όλο και πιο κοντά στο στόχο του, σε μια ανακάλυψη ζωής υψίστης σημασίας, όπως και τον γκρεμοτσακισμό του όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι Θεός -τελικά. Κάπου εκεί συναντιούνται επί σκηνής η απέραντη ματαιοδοξία της ανθρώπινης φύσης με τα απλά ένστικτα των άλλων πλασμάτων του πλανήτη... κι ενώ ο ίδιος έχει να εκφράσει μια σειρά από ποικίλα έντονα συναισθήματα (σύγχυση, επιβίωση, αγωνία, τρόμο, αδιέξοδο, απόγνωση κ.ά.) χωρίς να έχει στη διάθεσή του -πια- εκφραστικά μέσα.
Συμπερασματικά, είναι μια διαφορετική πρόταση, ξεχωριστή, ατμοσφαιρική παράσταση (έχει αέρα εποχής), άψογη τεχνική, έναν δημιουργικό σκηνοθέτη με ισχυρή θέληση που έφερε στην θεατρική σκηνή το είδος και πολύ καλές ερμηνείες.
Κλικ για περισσότερα της Τζένης
Ο ενσαρκωτής της "μύγας" Σταμάτης Κακαβελάκης μού λέει σχετικά με την παράσταση και το ρόλο του:
Η Μύγα γράφτηκε πριν από αρκετές δεκαετίες. Πόσο και με ποιο τρόπο ένα τέτοιο έργο μπορεί να εξακολουθεί να είναι επίκαιρο;
Σ.Κ.: Πανελλαδικά είναι η πρώτη φορά που Η ΜΥΓΑ μεταφέρεται στο θέατρο με την υπογραφή του σκηνοθέτη Διονύση Λυκιαρδόπουλου. Από επιστημονικής πλευράς είναι το άγιο δισκοπότηρο για τους επιστήμονες. Από πλευράς ηθικής είναι μια καλή μεταφορά της έπαρσης του ανθρώπου να "φτάσει" τον Θεό και βεβαία έρχεται η πτώση.

Ο ρόλος σας αφορά έναν επιστήμονα ικανό να κάνει τα πάντα για την επιστήμη του. Ποια είναι η θέση σας σε σχέση με την αφοσίωση; Αξίζει να ρισκάρει κανείς τα πάντα για το έργο του, για τον σκοπό του;
Σ.Κ.: Καταρχάς ο Αντρέ, ο πραγματιστής αυτός επιστήμονας, είναι παραπάνω και από τον Αϊνστάιν. Απέδειξε την θεωρεία της σχετικότητας. Και αυτό το πέτυχε με την αφοσίωση. Πιστεύω ότι αξίζει να ρισκάρεις για το όνειρο σου! Εμένα προσωπικά με αντάμειψε η αγάπη μου για την υποκριτική αλλά και η σκληρή δουλειά χρόνων.

Ποιες είναι οι προκλήσεις για έναν ηθοποιό που προσφέρει αυτός ο ρόλος ή η παράσταση γενικότερα;
Σ.Κ.: Σαν παράσταση είναι μια πρόκληση λόγω θέματος. Επιστημονική φαντασία! Δύσκολο για το θέατρο, στον κινηματογράφο δίνει πολλά περιθώρια με τα ειδικά εφέ, η μεταφορά του όμως στην σκηνή θέλει πολύ περισσότερη δουλειά και εμπειρία. Όταν σε έναν τεχνίτη αφαιρέσεις τα βασικά εργαλεία του, είναι δύσκολο να κάνει την κατασκευή του... Έτσι και στον συγκεκριμένο ρόλο δεν έχω το εργαλείο του λόγου, και ακόμα περισσότερο, έχοντας καλυμμένο το πρόσωπο, περιορίζονται και άλλο τα "εργαλεία μου" και πρέπει τα πάντα να τα δείξω με το σώμα μου.

Η Μύγα έχει μεταφερθεί δύο φορές στον κινηματογράφο. Σήμερα στο θέατρο, ως θεατρική παράσταση, υπάρχουν διαφορετικές συνειστώστες; Ποια είναι τα υπέρ αυτής της σύμπραξης;
Σ.Κ.: Σίγουρα υπάρχουν διαφορετικές συνιστώσες, στον κινηματογράφο υπάρχουν περισσότερα μέσα από την άποψη ότι υπάρχει το μοντάζ, τα εφέ κ.α. Στο θέατρο δεν υπάρχει μοντάζ! Όλα γίνονται μπροστά στον θεατή και πρέπει να προσφέρουν την ψευδαίσθηση του αληθινού. Ανέκαθεν το "σανίδι" ήταν το μεγάλο σχολείο, αυτό αποδεικνύεται φυσικά βλέποντας την ανταπόκριση και τα σχόλια των θεατών. Έχει πάψει πλέον ο κόσμος να ενθουσιάζεται από τεχνητά μέσα και ειδικά εφέ, αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η ψυχή, και αυτό θα το βρεις μόνο στο θέατρο.

Τι θα θέλατε να πείτε στον κόσμο που θα έρθει στην παράσταση;
Σ.Κ.: Η παράσταση αυτή είναι μια άρτια και πρωτότυπη δουλειά. Υπάρχει μια ενωμένη ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών που το ακολουθεί από πέρυσι και φυσικά όλα γίνονται υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή Διονύση Λυκιαρδόπουλου. Αυτό που κάνει τη διαφορά στην ΜΥΓΑ είναι ότι σίγουρα είναι κάτι που δεν το έχετε ξαναδεί.
Συντελεστές
Θεατρική Διασκευή - Σκηνοθεσία: Διονύσης Λυκιαρδόπουλος
(Βασισμένη στην μετάφραση του διηγήματος από τον Άρη Σφακιανάκη)
Επιμέλεια, δραματουργική επεξεργασία κειμένου: Στέργιος Ιωάννου
Σκηνικά - κουστούμια: Κική Μήλιου
Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Ευριδίκη Γεωργίου
Ειδικά Εφέ: Κωστής Αντωνίνης
Βίντεο art: Διονύσης Λυκιαρδόπουλος
Αrtwork - Αφίσα: Γιώργος Γιαννίμπας

Παίζουν:
Σταμάτης Κακαβελάκης, Έλενα Τριανταφύλλου, Στέργιος Ιωάννου, Ιορδάνης Καλέσης, Ίρις Κανδρή

Μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 2016 κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15

Θέατρο Παραμυθίας
Παραμυθίας 27 & Πλαταιών, Κεραμεικός
Κρατήσεις: 2103457904

Στο θέατρο Άβατον...

Δείτε τί θα δείτε στο θέατρο Άβατον για την καλλιτεχνική περίοδο 2016-2017. Όλες οι προγραμματισμένες παραστάσεις σε μία ανάρτηση την οποία πρέπει να ανατρέξετε ως το τέλος καθώς εκεί βρίσκονται τα στοιχεία επικοινωνίας με τον χώρο και άλλοι σχετικοί σύνδεσμοι.

«Η φλόγα για μένα πάντα θα είναι κόκκινη», Απόστολος Αλέξανδρος Πεχλιβανίδης

Πως μετράμε... την ευτυχία;
Α.Α.Π.: Δεν νομίζω ότι η ευτυχία μπορεί να μετρηθεί, καθώς σαν έννοια υπάρχει μόνο στην αντίληψη μας για τη πραγματικότητα. Για το κάθε άνθρωπο η ευτυχία αλλάζει μορφή και ο μόνος τρόπος να την κατανοήσει είναι να τη βιώσει ο ίδιος.

Την δημιουργία;
Α.Α.Π.: Η δημιουργία είναι πιο εύκολο να μετρηθεί γιατί είναι πιο απτή από την ευτυχία. Μπορεί να ξεκινήσει από κάτι πολύ απλό όπως ένα ποίημα και να φτάσει στα πλαίσια της υψηλής τέχνης, της επιστήμης, της πολυμάθειας και την επιτομή της ίδιας της δημιουργίας που θα μπορούσαμε να πούμε ότι την ενσαρκώνει ως έννοια ο αναγεννησιακός άνθρωπος.

Την επιτυχία;
Α.Α.Π.: Η επιτυχία εξαρτάται από τους στόχους του καθενός. Σύμφωνα με τη κοινωνία στην οποία έχει μεγαλώσει κάποιος, η επιτυχία και αυτή αλλάζει μορφή σαν έννοια αλλά και πάλι εξαρτάται από τα στάνταρ τα οποία εμείς έχουμε εμείς διαμορφώσει, είτε ανεξάρτητα είτε από το κοινωνικό μας σύνολο.

Πως ένιωσες όταν ολοκλήρωσες το πρώτο σου έργο, ποιο είναι αυτό και σε ποια ηλικία συνέβη;
Α.Α.Π.: Ανακούφιση κυρίως. Πάντα ξεκινάω ενθουσιασμένος αλλά στο τέλος νιώθω αποστραγγισμένος και δεν περιμένω να τελειώσω για να πραγματοποιήσω κάποια νέα ιδέα που έχω στο μυαλό μου.

Αν η ζωή σου ήταν... μια σκηνή από ταινία, ποια θα ήταν αυτή;
Α.Α.Π.: Μια σκηνή στη ταινία Only lovers left alive του Jim Jarmusch και Marion Bessay στην οποία ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Adam, προβληματίζεται για τη πορεία της ανθρωπότητας και τον καταβάλει μια περίεργη μελαγχολία. Δεν είναι ακριβώς θλιβερή σκηνή καθώς το μυαλό του καλύπτει ένα μούδιασμα της ικανότητας του να νιώθει συναισθήματα λόγω της αθανασίας του.

...μια μουσική σύνθεση, τι θα ακούγαμε;
Α.Α.Π.: Το Requiem του Mozart.

...μια στιγμή στο χρόνο, πότε θα ζούσες;
Α.Α.Π.: Πουθενά εκτός του τώρα. Κάποιοι θέλουν να ζήσουν στο παρελθόν, άλλοι στο μέλλον. Εγώ προτιμώ να ζω στο δικό μου παρόν καθώς είναι μοναδικά δικό μου.

Ποιο χρώμα έχει... η χαρά;
Α.Α.Π.: Ίσως το θερμό χρώμα του ξύλου. Κοκκινωπό καστανό.

Η λαχτάρα;
Α.Α.Π.: Το χρώμα των αγαπημένου μου φαγητών. Η λαχτάρα μου θυμίζει πολύ τη πείνα. Είναι μια πρωτόγονη επιθυμία που δεν μπορείς να ελέγξεις εύκολα.

Η φλόγα;
Α.Α.Π.: Κόκκινο, πορτοκαλί, μπλε, κίτρινο και λευκό. Για μένα πάντα θα είναι κόκκινη.

Πιστεύεις...
Α.Α.Π.: Όχι, πλέον είμαι σκεπτικιστής. Αμφισβητώ τα πάντα διότι θεωρώ ότι είναι ίσως ο μόνος τρόπος να φτάσεις κοντά στην αλήθεια.

Πονάς...
Α.Α.Π.: Με το παραλογισμό, την αδικία και με το να βλέπω ανθρώπους παγιδευμένους σε καταστάσεις που δεν έχουν επιλέξει οι ίδιοι.

Προχωράς...
Α.Α.Π.: Αναζητώντας τη γνώση και την αυτοβελτίωση.

Χορεύεις;
Α.Α.Π.: Ελάχιστες φορές και είναι κάτι το οποίο σπάνια θα παραδεχτώ.

Ξαναγεννιέσαι...
Α.Α.Π.: Κάθε πρωί μετά τη δεύτερη κούπα καφέ.

Χάνεσαι...
Α.Α.Π.: Στην απεριόριστη ποσότητα βιβλίων που δεν θα μπορέσω ποτέ να διαβάσω.

Τραγουδάς;
Α.Α.Π.: Όχι από τη στιγμή που δεν υπάρχουν ηχητικά ντοκουμέντα. Τα έχω κρυμμένα καλά.

Διαβάζεις...
Α.Α.Π.: Το Arguably του αγαπημένου μου Christopher Hitchens. Αν και ταυτόχρονα παλεύω με Doyle και Robbins.

Γράφεις...
Α.Α.Π.: Για ότι με προβληματίζει, στεναχωρεί, ενθουσιάζει, προκαλεί και δελεάζει.

Παίζεις...
Α.Α.Π.: Ασυστόλως βιντεοπαιχνίδια. Κάποτε πλήκτρα και πιάνο.

Απάντησε ο
Απόστολος Αλέξανδρος Πεχλιβανίδης
Νέοι καλλιτέχνες, δημιουργοί, συγγραφείς μιλούν για εκείνους για το έργο τους.
Περισσότερα σαν κι αυτό στη στήλη Blood New

Καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό βιογραφικό σημείωμα:
Ο Απόστολος Αλέξανδρος Πεχλιβανίδης γεννήθηκε το 1991. Σπούδασε στο Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, έχει πτυχίο αρμονίου και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια Ελεύθερου σχεδίου και Εικαστικών. Χρησιμοποιεί άψογα ποικίλα υλικά και τεχνοτροπίες: γραφίτη, κάρβουνο, ακρυλικό, παστέλ, μελάνι, ελαιογραφία, κολάζ, πυλό, γύψο, χαρακτική-μεταξοτυπία κ.ά ενώ έχει γνώσεις αναλογικής & ψηφιακής φωτογραφίας όπως και τεχνοκριτικής, φιλοσοφίας της τέχνης, αισθητικής και αρθρογραφίας.
Σήμερα εργάζεται ως tattoo designer όμως έχει ασχοληθεί με φωτογραφίσεις και με διακόσμηση εσωτερικών χώρων.
Στόχοι και επιδιώξεις:
Α.Α.Π.: Να εκδώσω το φιλοσοφικό μου δοκίμιο, το μυθιστόρημα μου και να μπορέσω να ακολουθήσω επαγγελματικά τη συγγραφή.

Όνειρα:
Α.Α.Π.: Να μπορέσω να κάνω το πάθος μου για τη συγγραφή και τη τέχνη την πλήρη μου απασχόληση.


Keep reading... καθώς ακολουθούν δύο έργα του ίδιου, στην αγγλική βέβαια, την οποία γνωρίζει πολύ καλά.

Ο Κώστας Κρομμύδας, η Ουρανόεσσα και Η ζωή που έλειπε

Ο Κώστας Κρομμύδας γράφει ένα μικροδιήγημα για τους αναγνώστες του ιστότοπου αποδεχόμενος την πρό(σ)κληση του Πλοκόλεξου, απαντά σε μια μικρή συνέντευξη μεγάλων βιβλιοταξιδιών για το μυθιστόρημά του, Ουρανόεσσα, ενώ, παράλληλα, μπορείτε να γνωρίσετε και τα δύο βιβλία του ίδιου που κυκλοφόρησαν τούτη τη χρονιά από τις εκδόσεις Διόπτρα, όπως και να κερδίσετε το μυθιστόρημα Η ζωή που έλειπε.

Συλλέκτης στιγμών. Με το χαμόγελο να μην έχει σβήσει από τα χείλη της περπάτησε λίγο ακόμη φτάνοντας μια ανάσα από το τελικό της ταξίδιΣιωπή επικράτησε ανάμεσα στο πλήθος που νιώθοντας την ψυχική δύναμη αυτού του μικρού κοριτσιού, περίμενε το τελευταίο βήμα που θα έκανε το όνειρο του πραγματικότητα. Ο ουρανός κατά εκεί που ο ήλιος έδυε, είχε πάρει μια ροζ απόχρωση σαν και εκείνος να ήθελε να γιορτάσει μαζί με το κορίτσι το κατόρθωμα της να περπατήσει όλη τη διαδρομή, χωρίς τις πατερίτσες που συνόδευαν έως τώρα την κάθε της μετακίνηση. Με το πρόσωπο της γεμάτο φως από τη χαρά, κοίταξε τον κόσμο που βουβός περίμενε αυτό το τελευταίο βήμα για να την αποθεώσει. Κανένα συναίσθημα δεν έμοιαζε με ότι ένιωθε τούτη τη στιγμή. Μάζεψε όλη την δύναμη που τις είχε απομείνει και αργά κούνησε το δεξί της πόδι πατώντας την άσπρη γραμμή του τερματισμού. Χωρίς να αφήσει άλλο χρόνο περπάτησε με ορμή παρασύροντας τη λευκή κορδέλα και ταυτόχρονα οι κραυγές του πλήθους αντήχησαν στα γύρω βουνά επευφημώντας το κατόρθωμα αυτού του κοριτσιού να περπατήσει ως τον τερματισμό μιας τόσο δύσκολης διαδρομής. Ανάμεσα στα μπράβο και τα χειροκροτήματα εκείνη ήξερε πολύ καλά πως από αυτή τη στιγμή γινόταν και επίσημα συλλέκτης τέτοιων στιγμών.[1]
Κώστας Κρομμύδας
Για το μυθιστόρημα του Κώστα Κρομμύδα, Η ζωή που έλειπε:
Στο οπισθόφυλλο γράφει μεταξύ άλλων...
Λίγο πριν οι άνεμοι του πολέμου παρασύρουν τον έναν μακριά από τον άλλον, ο Μανόλης και η Ελένη ενώνονται σε έναν έρωτα που τρέφεται από το πάθος της επανένωσής τους, αψηφώντας το κόστος που αυτός θα έχει για τους ίδιους, αλλά και τους δικούς τους ανθρώπους. 
Όταν ο Δημήτρης επισκεφθεί το νησί της μητέρας και του θείου του, θα βρεθεί -μέσ’ από μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων- αντιμέτωπος με παλιές μνήμες και αλήθειες βαθιά θαμμένες. Την ίδια στιγμή, η Ανίτα θα καταλήξει να κρατά στα χέρια της ένα παλιό ρολόι τσέπης, οι δείκτες του οποίου έχουν σταματήσει για πάντα στη στιγμή που ο έρωτας δύο ανθρώπων πέρασε ανεξίτηλα στην αιωνιότητα. Μαζί με το ρολόι, θα φορέσει στο χέρι της ένα δαχτυλίδι, ανάμνηση του όρκου μιας θυελλώδους αγάπης που έσπασε παντοτινά το φράγμα του χρόνου.
Μπορεί η αγάπη να αντέξει στον χρόνο, ακόμα κι αν αυτοί που τη μοιράζονταν έχουν φύγει πια από τη ζωή; Μπορούν ένας άντρας και μια γυναίκα που συναντιούνται και ερωτεύονται παράφορα στο σήμερα να αποτελέσουν τη συνέχεια ενός έρωτα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που έζησαν εβδομήντα σχεδόν χρόνια πριν;

Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Διόπτρα προσφέρουν το βιβλίο του Κώστα Κρομμύδα, Η ζωή που έλειπε, σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση αλλά και για να στείλετε το  μήνυμά σας στον ίδιο κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες σχετικές πληροφορίες με τις κληρώσεις, τα δώρα και τους τυχερούς εδώ. Η κλήρωση έχει προγραμματισθεί για τις 12 Δεκεμβρίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΣωτηρία ΙωαννίδουΧρήστος ΝομικόςΆννα ΣελίδουMo HayderΠαναγιώτης Σταυρόπουλος
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΓιώργος ΙωαννίδηςPaullina SimonsΧρήστος ΧτιστόπουλοςΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΘεόφιλος Γιαννόπουλος
Ασημίνα ΞηρογιάννηΝίκος ΚρίκαςΣοφία ΓουδετσίδουMargaret DalkourΝάντια ΠαπαθανασοπούλουΓιώργος ΔάμτσιοςΓρηγόρης Τριγλίδης