Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια

Ο δεύτερος κύκλος ζωής ξεδιπλώνεται στον δεύτερο τόμο των Παλιών Ασημιών της Μαίρης Κόντζογλου και είναι αφιερωμένος σε όσους δεν λησμόνησαν ποτέ, όπως και όλη η τριλογία εξάλλου. Με αυτήν την αφιέρωση ξεκινά το βιβλίο και καθώς είναι το πρώτο πράγμα που διαβάζεις στις σελίδες του δε μπορείς παρά να αναρωτηθείς για πόσους μιλάει. Αλλά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που άδειασε και ξαναγέμισε από μετανάστες της ανάγκης, και όχι της επιλογής, σίγουρα η αφιέρωση της συγγραφέως αφορά πολλούς. Μα πάρα πολλούς!
Σε αυτό το βιβλίο...
Η Σεβαστή, η μεγαλύτερη κόρη της Μακρίνας και του Αβραάμ Χατζηαβράμογλου, καλείται να φροντίσει την κατάκοιτη συνονόματη γιαγιά της, την ταλαιπωρημένη ψυχικά μητέρα της και την μικρότερη αδερφή της, την Ελισσώ. Στα ταραγμένα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής και της ανταλλαγής πληθυσμού, έρωτες ανθούν και ερωτευμένοι άνθρωποι ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης προσπαθώντας να κρατήσουν άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας, ενάντια σε κάθε εμπόδιο, δυστοπία, ατυχία και χτύπημα της μοίρας. Οδηγός ο μεγάλος έρωτας... εκείνος που μένει ανεξίτηλος στο χρόνο, που αντέχει, που αντιστέκεται.
Κι είναι μερικοί άνθρωποι που τους όρκους τους δεν τους πατάνε.
Ογδόντα χρόνια μετά, η Έλσα ταξιδεύει στα προγονικά χώματα διαβάζοντας το ημερολόγιο της Σεβαστής και ο Άλεξ αναζητά τα χνάρια του Έλμερ Αλεξάντερ Κάρτερ, του μεγάλου έρωτα της Σεβαστής.
Και η Παναγιά που χαμογελάει στη Μονή των Παλαιών Ασημιών... μάρτυρας.
Επειδή το μυθιστόρημα είναι μέρος της τριλογίας των Παλαιών Ασημιών θα έλεγα να ρίξετε και μια ματιά στην προηγούμενη ανάρτηση όπου γράφω τις εντυπώσεις μου από το πρώτο μέρος, τον πρώτο κύκλο ζωής όπως λέει η συγγραφέας. Για το πρώτο βιβλίο δείτε εδώ ενώ είναι σαφές ότι θα επιστρέψουμε παρέα αργότερα, όταν κυκλοφορήσει και το τρίτο βιβλίο που θα ολοκληρώσει την ιστορία.
Για εκείνους που αναρωτιούνται πώς γέμισαν όλες αυτές οι σελίδες -περί τις 650 έκαστο- θα ήθελα να αναφερθώ στην πλοκή, στη δομή και λογοτεχνική ευρωστία της Μαίρης που "συμπλήρωσε" όλον αυτόν τον όγκο με υπέροχες αφηγήσεις και εικόνες που, κατ' εμέ, θα μπορούσαν να διαχωριστούν σε τέσσερα ολοκληρωμένα μυθιστορήματα! Ένα για την ιστορία της οικογένειας Χατζηαβράμογλου, ένα για τη ζωή του Έλμερ, ένα για το ταξίδι στην Καππαδοκία του 2011 και ένα τρίτο -έναν υπέροχο μονόλογο- για τον Ομέρ. Η κάθε μία από αυτές τις ιστορίες θα μπορούσε να διαχωριστεί από το υπόλοιπο και να αποτελέσει ένα ολοκληρωμένο βιβλίο μυθοπλασίας αλλά ο συνδυασμός τους σε μία ενιαία έκδοση και η δόμησή της -οι ιστορίες ξεδιπλώνονται εναλλάξ ώστε να ολοκληρωθούν ταυτόχρονα- προσφέρει στον αναγνώστη μια αξέχαστη εμπειρία μέσα στο χρόνο, την ιστορία των εθνών, την ιστορία των οικογενειών και των ηρώων και ένα μοναδικά διανθισμένο ταξίδι.

Κι αφού πια έχω διαβάσει αρκετά κεφάλαια αρχίζω να ψυχογραφώ καλύτερα τους χαρακτήρες στο μυαλό μου. Έτσι, αγάπησα τον Άλεξ τής μεγάλης ζωής, της κραιπάλης, της κόκας, του ποτού και της άνεσης που του προσέφερε το χρήμα και που, όσο διαβάζω, τόσο πιο ρομαντικός προκύπτει, πιο ευαίσθητος, πιο ποιητής και, τελικά, τρομερά ερωτευμένος. Αφουγκράστηκα την πονεμένη Έλσα που βίωσε μια τρομερή απώλεια, ταρακουνήθηκε και διαμελίστηκε σε μικρά μικρά κομματάκια μέχρι να βρει τη δύναμη να ενωθεί ξανά, λίγο λίγο, σε έναν ενιαίο άνθρωπο που ζει, υπάρχει, αναπνέει και χαίρεται. Και, προκειμένου να ολοκληρωθεί εντελώς, αναζήτησε στα πέρατα του κόσμου και του χρόνου τις ρίζες της, μέσα από την ιστορία της ζωής της Σεβαστής (της) περπατώντας στα μέρη της και διαβάζοντας για εκείνη από το ημερολόγιό της. Προσπαθώ ακόμα να δικαιολογήσω τον αδίστακτο Ιορδάνη με το απύθμενο μίσος που φωλιάζει στην καρδιά του, την πλάνη του, την πλεκτάνη, το απωθημένο του για το χρήμα -που στερήθηκε-, την τεράστια ζήλια του... Αποφασισμένος να κερδίσει ό,τι διεκδικεί και με κάθε τρόπο ενώ η ζάλη της εμμονής του δεν του επιτρέπει να ενδιαφερθεί για κανέναν άλλο άνθρωπο πέρα του εαυτού του.

Που και που, η Μαίρη Κόντζογλου, αφήνει μετέωρες μικρές φράσεις για το μέλλον των ηρώων της, σα μικρές βόμβες, σαν νάρκες που εκκρεμούν κάπου στη γη μέχρι να φτάσει εκεί το παπούτσι του ήρωα, να τις πατήσει και να σκάσουν πάνω του. Κι αυτό από την πλευρά των ηρώων, γιατί από τη μεριά του αναγνώστη οι "βόμβες" αυτές προϊδεάζουν για τη συνέχεια αλατοπιπερώνοντας το ενδιαφέρον. Όμορφα παρεμβάλλονται ανάμεσα στη δράση και τα άρθρα της συμφωνίας της Λωζάνης όπως γράφτηκαν τότε -όπως πραγματοποιήθηκαν έκτοτε.
Ένας χαρακτήρας αναρωτιέται μέσα του από πόσο λεπτή κλωστή κρέμεται η αγάπη. Κι ενώ κανείς δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει άδικο, έλα όμως που καμιά φορά τούτη η κλωστή είναι ατσαλόσυρμα και δε σπάει ποτέ, σε πείσμα Θεών και ανθρώπων!

Ο δεύτερος τόμος προσφέρει την συγκλονιστική συνέχεια των Παλιών Ασημιών και εντός των σελίδων του θα συναντήσεις μια μεγάλη αγάπη -και περισσότερες από μία-, έναν έρωτα με έψιλον κεφαλαίο -και περισσότερους από έναν-, πόνο, πόλεμο -εκείνο των λαών, εκείνο των ανθρώπων, εκείνο των ερωτευμένων, εκείνο της επιβίωσης και πολλούς άλλους πολέμους-, μια μεγάλη ζήλια, έναν βιασμό, έναν φόνο... αλλά και μια μοναδική αδερφική αγάπη, έναν έρωτα πέρα από κάθε εμπόδιο, μεγάλο και ακλόνητο, μια μάνα που παραληρεί χαμένη στους ωκεανούς του ταραγμένου της μυαλού αλλά γνωρίζει, ξέρει και επεμβαίνει με όλη της την ψυχή για τα παιδιά της και την ελπίδα -γιατί η ζωή συνεχίζεται, συναρπαστική και απρόβλεπτη.

...το "πάντα" μπορεί να είναι μακρινό όταν είσαι δεκαεφτά χρονών αλλά φαντάζει τόσο σίγουρο! Σε αντίθεση με το πάντα των σαράντα χρόνων που είναι κάπου στο άλλο μισό της ζωής, κι αυτό, αν υπάρχει. Γιατί υπάρχει πάντα η περίπτωση να μη πιστεύεις στα "πάντα".

Ποιο παιδί θα γεννηθεί υπό το βλέμμα της Παναγιάς που χαμογελάει;

Και η ιστορία συνεχίζεται... όπως και η ζωή.

Σημειώσεις:
Οι πλαγιογραμμένες φράσεις είναι αποσπάσματα από το μυθιστόρημα.
Ευχαριστώ τις εκδόσεις Μεταίχμιο και τη Μαίρη Κόντζογλου για την προσφορά του βιβλίου.

Περισσότερα:

Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Τρίτο μέρος*
Στο τελείωμα έσπρωξε τα μαλακότερα κλαδιά αποκαλύπτοντας μία από τις κρυφές όψεις αυτού του νησιού…
{ Τ Ρ Ε Ξ Ε }
Ο Τζος οπισθοχώρησε έτοιμος να πέσει πίσω στην πλάτη του.
«Διάβολε ανάθεμα…» ξεστόμισε ξαφνιασμένος. Το πλησίασε και στάθηκε μερικά εκατοστά μακριά του κοιτώντας το πολύ προσεκτικά. Άπλωσε το δάκτυλο να το αγγίξει μα την τελευταία στιγμή δίστασε. Αυτό… αυτό ο καλλιτέχνης δεν το είδε…; σκέφτηκε. Εκτός, βέβαια, κι αν αυτός που άφησε τα αποτυπώματα ήταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Αυτό ήταν αρκετό να τον τρομάξει. Αμέσως σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τριγύρω. Του φάνηκε πως άκουσε έναν γρήγορο βηματισμό πίσω του. Τώρα πλέον κοιτούσε αυτό το μέρος με άλλο μάτι. Ξαναγύρισε στον βράχο. Το αίμα είχε ξεραθεί παίρνοντας μία καφετιά απόχρωση. Ανατρίχιασε. Αποφάσισε να μείνει σκυφτός και κρυμμένος μέχρι να σιγουρευτεί πως δεν είχε γίνει στόχος κάποιου κυνηγού.
Για αρκετή ώρα δεν είδε τίποτα περισσότερο από εξωτικά πουλιά να πετούν και να χάνονται στην πλούσια αντηλιά. Τίποτα το επικίνδυνο. Αργά και διστακτικά σηκώθηκε. Τα παπούτσια του είχαν κιόλας στεγνώσει. Τώρα μπορούσε να κατηφορίσει μέχρι τον οικισμό ελπίζοντας να βρει κάποιον να μιλήσει σχετικά με τη μητέρα του.
Η κατηφόρα ήταν μεγάλη αλλά περπατούσε μέσα στο μονοπάτι οπότε δεν είχε πρόβλημα. Ήταν στρωμένο με ακριβή διακοσμητική πέτρα και στις άκρες είχε ξύλινες σκαλισμένες κουπαστές με σχέδια που απεικόνιζαν λουλούδια, δέντρα, ζώα, ανθρώπους να κάθονται κάτω από τον ήλιο. Στο τέλος του μονοπατιού ο δρόμος άνοιγε σε μία πλατεία. Στο κέντρο της είχε ένα φυσικό σιντριβάνι το οποίο αποτελούσε μέρος ενός βράχου. Ποιες δυνάμεις είχαν συντελέσει ώστε να δημιουργηθεί κάτι τέτοιο και κατά αυτόν τον τρόπο; Ίσως ο δημιουργός του να είχε κάνει κάποια συμφωνία με τον θεό. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Το νερό ανάβλυζε πεντακάθαρο στο κέντρο του και εκτινασσόταν ψηλά χωρίς να υπάρχει κάποιος μηχανισμός να το εξαναγκάζει. Το κελάρυσμα του νερού είχε αρχίσει ήδη να τον ηρεμεί καθώς το βλέμμα του χανόταν σε μία όαση που θύμιζε παράδεισο.
Μερικές φωνές ακούστηκαν να πλησιάζουν και αυτό τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Το χωριό ξεκινούσε μετά από αυτή την πλατεία και σίγουρα ο Τζος θα ήταν σαν τη μύγα μες το γάλα. Άγνωστος μεταξύ γνωστών, θα γινόταν αντιληπτός από την πρώτη στιγμή και αυτό θα σήμαινε συναγερμό στους κατοίκους του νησιού. Χωρίς να έχει και πολλές θέσεις να κρυφτεί προτίμησε την πιο απλή. Μπήκε μέσα στο σιντριβάνι και έσκυψε προσέχοντας να μην βρέξει τίποτα περισσότερο από τα, μόλις στεγνωμένα του, παπούτσια. Αυτό του την έσπασε πολύ.
Ήταν δύο γυναίκες όπου τον προσπέρασαν χωρίς να δείξουν πως τον έχουν αντιληφθεί. Από τον τρόπο που μιλούσαν έμοιαζαν να έχουν βρει την απόλυτη αρμονία και γαλήνη. Πως ζούσαν σε έναν τέλειο κόσμο χωρίς άγχη, πίκρες και στενοχώριες. Κάθε αρνητική σκέψη είχε εξαφανιστεί. Αυτό τον χαροποίησε κάνοντάς τον να ξεχάσει για λίγο το μυστήριο που κάλυπτε αυτό το νησί και την φοβία των ανθρώπων που τους ανάγκαζε να το κρατήσουν κρυφό. Οι δύο γυναίκες χάθηκαν όπως ήρθαν. Ο Τζος τις παρακολούθησε να απομακρύνονται καλυμμένες με τα μεταξωτά υφάσματα που τις έντυναν. Η μία φορούσε ένα μακρύ ολόλευκο φόρεμα ενώ η άλλη ένα γαλάζιο.
Μόλις ένιωσε πως δεν κινδύνευε να τον δουν σηκώθηκε. Ήταν όμως απρόσεκτος. Ένα καλοζωισμένος, ηλικιωμένος άντρας στεκόταν μόλις ένα μέτρο πίσω του.
«Εδώ δεν χρειάζεται να κρύβεσαι πια αδερφέ μου. Όλοι είμαστε ίσοι και ορατοί στα μάτια του Θεού…»
Ο Τζος γύρισε ξαφνιασμένος με κομμένη την ανάσα. Προσπάθησε να αρθρώσει μερικές λέξεις όμως δεν τα κατάφερε.
«Όποιος κι αν είσαι… εδώ είσαι καλοδεχούμενος αδερφέ μου… Το τρέξιμο έλαβε τέλος…» τον κοίταζε μέσα στα μάτια μεταδίδοντάς του λίγο από την αγάπη που εξέπεμπαν τα λόγια του. «Σε παρακαλώ… το χέρι του Θεού είναι μπροστά σου…» είπε τελειώνοντας ο ηλικιωμένος και έκανε υπόκλιση απλώνοντας το χέρι του για να του δείξει τον δρόμο.
Ο Τζος προχώρησε προς το χωριό. Μόλις έφτασε στο τέλος της πλατείας γύρισε να κοιτάξει τον ηλικιωμένο. Με ένα πλατύ χαμόγελο συνόδευε το σηκωμένο του χέρι που τον αποχαιρετούσε. Ξαναγύρισε μπροστά και συνέχισε την πορεία του. Πλέον βρισκόταν μέσα στα μονοπάτια του χωριού. Δεν ήταν ερημικό, αντιθέτως υπήρχαν παιδιά στους πλακόστρωτους δρόμους που έπαιζαν χωρίς να χτυπιούνται μεταξύ τους και παραδόξως καμία βρωμοκουβέντα δεν έβγαινε από τα χείλη τους.
Γυναίκες κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους με καλάθια χειρός γεμάτα φρούτα και άντρες που συζητούσαν για θέματα σοφίας. Όλοι ήταν ντυμένοι με αέρινα υφάσματα που έδειχναν άνετα και πολύ ακριβά. Του θύμισε τα πρώτα του χρόνια στο σχολείο που όλα τα παιδιά φορούσαν τις ίδιες φόρμες για να υπάρχει ομοιομορφία. Κάποιοι γύρισαν να τον κοιτάξουν ενώ άλλοι τον προσπερνούσαν αδιάφορα. Κανείς δεν έδειξε όμως να τον αντιλαμβάνεται σαν ξένο σώμα. Τα πάντα λειτουργούσαν σα μέρος συστήματος και όλοι σαν συγχρονισμένα γρανάζια μηχανής.
Η εντύπωση αυτή έγινε ακόμη πιο ισχυρή όταν μία γυναίκα είχε ένα μικρό ατύχημα και σκοντάφτοντας στον δρόμο ένα μήλο έπεσε έξω από το καλάθι της. Ο Τζος αντανακλαστικά, αν και μακριά, άπλωσε το χέρι του για να το πιάσει. Την ίδια σκέψη έκανε ακόμη ένας περαστικός που κατάφερε με, αστραπιαία ταχύτητα, να αιχμαλωτίσει αβίαστα μέσα στην χούφτα του το μήλο πριν αυτό αγγίξει το πέτρινο μονοπάτι. Ο άντρας το έβαλε ξανά στη θέση του και συνέχισε την πορεία του. Οι δύο κάτοικοι δεν αντάλλαξαν ούτε ένα «ευχαριστώ»· ούτε ένα βλέμμα. Του φάνηκε τόσο παράξενο. Οι δύο τους έκαναν σα να μη συνέβη ποτέ.
Ο Τζος συνέχισε το βήμα του πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ στο κέντρο του χωριού. Εδώ οι άνθρωποι ήταν ακόμη πιο φιλικοί. Όσοι τον προσπερνούσαν του χάριζαν ένα αστραφτερό και γλυκό χαμόγελο. Υπήρχαν πάγκοι ανά τακτές αποστάσεις που χάριζαν τις πραμάτειες τους. Ήταν ακόμη πρωί και όλοι είχαν βγει για ανταλλαγή αγαθών. Κανείς δεν έδινε χρήματα για να αγοράσει τα προϊόντα που έβαζε στο καλάθι. Αυτή είναι μία πραγματική ουτοπία… σκέφτηκε.
Όσο πλησίαζε στο κέντρο μπορούσε να διακρίνει έναν ψηλό βράχο όπου η ανθρώπινη παρέμβαση ήταν εμφανής· έμοιαζε με κάποιο είδος ξέφωτου ναού. Στην επιφάνεια είχε σκαλισμένα σχέδια και διάφορα γνωμικά γνωστά και άγνωστα σ’ αυτόν. Μπροστά από τον λαξευμένο βράχο στέκονταν νέοι, αγόρια και κορίτσια, όπου πέρναγαν χρόνο μαζί σαν να ήταν αδέρφια. Το βλέμμα τους μαρτυρούσε πως ήταν απαλλαγμένοι από κάθε είδους ορμές που έπρεπε να απασχολούν άτομα της δικής τους ηλικίας. Πώς είναι αυτό δυνατόν; σκέφτηκε. Είναι τόσο όμορφες!
Η ζωή γύρω του τον προσπερνούσε αδιάκοπα, ανενόχλητη από την παρουσία του ώσπου ένα αυθόρμητο φτέρνισμα ήρθε να αναταράξει τα ήρεμα νερά της καθημερινότητάς τους. Ο Τζος προσπάθησε να το συγκρατήσει μα του ήταν αδύνατο. Τα χέρια του γέμισαν με σάλια τα οποία σκούπισε στο πλάι του παντελονιού του. Τίποτα το ασυνήθιστο. Γύρω του υπήρχαν γύρω στα πενήντα άτομα τα οποία, όμως, γύρισαν όλα και τον κοίταξαν. Οι παλαιότεροι έμοιαζαν ξαφνιασμένοι, φαινόταν στα μάτια τους, ενώ οι νεότεροι απορημένοι. Ένα μικρό παιδί σήκωσε το χέρι του και δείχνοντας τον, ρώτησε τη μητέρα του δίπλα…
«Μαμά, τι έκανε αυτός ο κύριος…;»
Εντάξει… αυτό δεν είναι φυσιολογικό… σκέφτηκε και άρχισε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Οι γύρω του τον είχαν κυκλώσει και όλοι τον κοιτούσαν με απορία σα να ήταν κάτι το αξιοπερίεργο. Μέσα από το αμίλητο μπουλούκι ένα γαργαριστό γέλιο ακούστηκε, κάπου στο βάθος, που δεν το έπιανε το μάτι του.
«Να επιτέλους…» φώναξε. Από την φωνή κατάλαβε πως ήταν κάποιος ηλικιωμένος. «Να και κάποιος ζωντανός ανάμεσά μας...»
Είχε να πει κι άλλα, αλλά δεν πρόλαβε. Μία γρήγορη αναστάτωση και συνάμα διακριτική, πίσω από το τείχος των ανθρώπων προς τον ηλικιωμένο, έκανε αυτή την ενοχλητική παρένθεση να κλείσει όσο γρήγορα άνοιξε. Το μαζεμένο μπουλούκι διαλύθηκε συνεχίζοντας την πορεία του. Ο Τζος προσπάθησε να εντοπίσει τον άντρα που φώναξε. Τίποτα. Σα να μη συνέβη ποτέ.
«Τι έγινε…;» ρώτησε έναν που έστεκε ακόμη μπροστά του. Δεν πήρε απάντηση. Έπιασε τον επόμενο, «Πού είναι αυτός που φώναζε…;» ο άντρας έδειξε να μην καταλαβαίνει καν σε τι αναφερόταν ο Τζος. Άφησε την έρευνα δια της συζήτησης και είπε να κάνει έναν γύρω εκεί κοντά μήπως έβρισκε τίποτα. Δεν είχε αποτέλεσμα. Αποφάσισε να προχωρήσει ακόμη πιο μέσα στην κοινότητα και να δει και άλλες πτυχές αυτού του κόσμου.
Όσο πέρναγε η ώρα καταλάβαινε πως δεν ήταν ένα υποανάπτυκτο χωριό όπως του φάνηκε ψηλά από το βουνό. Οι κάτοικοι είχαν πλήρη αυτάρκεια και χρησιμοποιούσαν μηχανές για οτιδήποτε άλλο εκτός από την μετακίνησή τους. Για αυτήν είχαν ποδήλατα. Μα αν έχουν μηχανές, τότε από πού παίρνουν τα καύσιμα…; σκέφτηκε όταν μπροστά από ένα ξύλινο σπίτι είχε στερεωθεί μία χλοοκοπτική μηχανή. Κοίταξε όμως καλύτερα και είδε πως ήταν συνδεδεμένη με ένα καλώδιο σε μία εξωτερική πρίζα.
«Γεια σου φίλε μου…» ο Τζος αισθάνθηκε ένα χέρι να τον αγγίζει στην πλάτη από πίσω. «Καλώς ήρθες στα μέρη μας…» ήταν ό,τι πιο ζωντανό είχε ακούσει μέχρι στιγμής. Γύρισε και κοίταξε αυτόν που τον καλοδέχτηκε. Τον είχε ξαναδεί.
«Εσύ…» είπε κομπλαρισμένος. Ήταν ο ψηλός λευκοφορεμένος άντρας που ακολουθούσε εκείνο το βράδυ. Ο ίδιος επισκέπτης στο κατάστημα της Κέλυ.
Του χαμογέλασε. «Και εσύ πρέπει να είσαι ο Τζος…»
«Ποιος είσαι…; Πώς ξέρεις το όνομά μου…;»
«Ηρέμησε. Με φωνάζουν Δόκτωρ Σιν. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Όλοι εδώ είμαστε μέρος της ίδιας οικογένειας. Όλοι ξέρουμε το όνομά σου Τζος. Η Σόφι είναι μέλος της ίδιας οικογένειας και σε περιμένει στο σπίτι σας…» είπε πράα.
Η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Δεν αρκέστηκε στο πώς, το τι και το γιατί. Το μόνο που ήθελε ήταν να δει την μητέρα του. «Πού είναι… πού;»
Ο Δόκτωρ Σιν του έδειξε το μονοπάτι το οποίο ακολούθησε σαν κυνηγημένος λαγός. Στο τέλος του βρισκόταν ένα ξύλινο σπίτι. Φάνταζε τόσο όμορφο και καλά στημένο. Ήταν λευκό με οριζόντιες ξύλινες τάβλες. Στο κέντρο του είχε δύο παράθυρα με κρεμασμένα λουλούδια σε μία πήλινη γλάστρα. Ανάμεσά τους βρισκόταν τοποθετημένη η καφέ ξύλινη πόρτα με το καφέ χαλί μπροστά της. Η πρόσοψη έδινε την εντύπωση ενός χαμογελαστού προσώπου. Τα παράθυρα ήταν ανοικτά κι από πίσω κρέμονταν οι λεπτές ημιδιάφανες κουρτίνες. Δεν ήταν το μοναδικό σπίτι αυτό.
Δεξιά κι αριστερά πλαισιωνόταν από άλλα του ίδιου στυλ. Η επανάληψη σε όλο της το μεγαλείο. Η σκεπή περιμετρικά ήταν διακοσμημένη με όμορφα κόκκινα κεραμίδια ενώ στο κέντρο της βρίσκονταν πάνελ φωτοβολταϊκών. Στην άκρη, εκεί που έπρεπε να βρίσκεται η καμινάδα, την θέση της είχε πάρει μία ψηλή ανεμογεννήτρια μετατρέποντας την δύναμη της φύσης σε ενέργεια.
Ο Τζος είχε ήδη αρχίσει να χαμογελάει. Δίπλα από τον κήπο υπήρχε ένα τεχνητό αυλάκι που περνούσε από κάθε σπίτι σε σειρά. Μέσα έτρεχε νερό που κατέβαινε ορμητικά από το βουνό. Δίπλα σε αυτό το αυλάκι ήταν τοποθετημένη μία υδρογεννήτρια και λίγο πιο δίπλα μία μικρή αποθήκη που έγραφε απ’ έξω… ΣΥΣΤΟΙΧΙΑ ΜΠΑΤΑΡΙΩΝ…
«Οι άνθρωποι αυτοί σίγουρα έχουν λύσει το ενεργειακό τους πρόβλημα…» ήταν το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό. Το αδιάβροχο κινητό του ακόμη λειτουργούσε. Το έπιασε μέσα από το τσαντάκι του και το κράτησε ψηλά. Χωρίς υπηρεσίες έγραφε στην οθόνη. Η κοινότητα είχε μάθει να ζει μόνο με τα απαραίτητα. Ούτε τηλέφωνο, ούτε ιντερνέτ. Οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά, αρμονικά χωρίς αρρώστιες και, πάνω από όλα, άγχη να ταλαιπωρούν το μυαλό τους. Οι κουρτίνες σάλεψαν. «ΜΑΜΑ!» φώναξε με όλη του τη δύναμη. Η Σόφι πετάχτηκε έξω με τα χέρια γεμάτα σαπουνάδες.
«Τζος! Αγόρι μου! δεν το πιστεύω!»
Αμέσως έπεσε στην αγκαλιά της. «Γιατί έφυγες έτσι μάνα; Δεν ξέρεις τι πέρασα μέχρι να σε βρω.»
«Συγγνώμη Τζος. Λυπάμαι, όμως δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά.» ο Τζος σήκωσε το κεφάλι. Μέσα από το σπίτι της βγήκε ακόμη μία γυναίκα. Έμεναν μαζί.
«Έλα μέσα αγόρι μου. Μην καθόμαστε έξω…» είπε απότομα η συγκάτοικος και κοίταξε το ρολόι της. Είχε φτάσει μεσημέρι. Περίπου μία η ώρα.
Η Σόφι γύρισε και της μίλησε χαμηλόφωνα σα να μην ήθελε να την ακούσει ο γιος της. «Εντάξει… ακόμη μεσημέρι είναι. Δεν εμφανίζονται πριν το βράδυ…» είπε και γύρισε με ένα χαμόγελο, που δεν είχε δει ποτέ ξανά του, να έχει σχηματιστεί στα χείλη της. «Ας πάμε μέσα λοιπόν…» τον τράβηξε απαλά.
Το σπίτι ήταν γεμάτο κάδρα με τις φωτογραφίες τους κρεμασμένες. Το ίδιο και της άλλης γυναίκας.
«Κάτσε… έχουμε πολλά να πούμε…» ακούστηκε η φωνή του δόκτωρ Σιν που στεκόταν στην ανοικτή πόρτα.
Η πρώτη μέρα πέρασε τόσο καλά που έκανε τον Τζος να πιστεύει λίγο στην επιλογή της μητέρας του. Το φαγητό ήταν ό,τι νοστιμότερο είχε δοκιμάσει ποτέ στην ζωή του. Η μάνα γη φρόντιζε να τους δίνει τα πάντα σε αφθονία και στην πιο αγνή μορφή τους. Ο ήλιος ήταν ζεστός με έναν πρωτόγνωρο τρόπο που άγγιζε ακόμη και την ίδια του την ψυχή. Τηλεόραση δεν παρακολουθούσε και επικοινωνία με τον έξω κόσμο δεν είχε. Περνούσε τόσο καλά και ίσως αυτό να ήταν τελικά το μυστικό της επιτυχίας. Πιο ήταν όμως το αντάλλαγμα για όλα αυτά; Αυτό κανείς δεν το είχε αναρωτηθεί.
Οι επόμενες μέρες έφεραν και τις πρώτες εξορμήσεις του σαν μέλος αυτής της κοινότητας πια. Οι γνωριμίες του με τα υπόλοιπα άτομα είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί. Και μόνο όταν άρχιζε να βαριέται όλη αυτή την καλοπέραση άρχισε να ξεχωρίζει αυτά που ήταν όχι και τόσο φυσιολογικά...
{
Το πρώτο του βράδυ στο νησί ήταν ήρεμο. Η ώρα είχε πάει μόλις εννιά το βράδυ και όλοι είχαν κλειδαμπαρωθεί μέσα στα σπίτια τους. Μόλις ο ήλιος άρχισε να δύει ο κόσμος χάθηκε από τους δρόμους με μία απίστευτη ταχύτητα. Σα να είχαν εξαγγείλει την επικείμενη καταστροφή του νησιού και όλοι είχαν κρυφτεί για να προστατευθούν. Βέβαια αυτό λίγο τον ένοιαξε.
Τα μάτια του είχαν βαρύνει τόσο που δεν μπορούσε να τα κρατήσει περισσότερο ανοικτά. Η ηδονή της κατάκλισης ζέστανε όλο του το κορμί και την ψυχή. Σκεπασμένος με τα αέρινα σεντόνια του ένιωσε την ίδια γαλήνη που βίωνε μόνο όταν ήταν μικρός στην αγκαλιά της μητέρας του. Έκλεισε τα μάτια του και χαμογελώντας αισθάνθηκε το σώμα του να βυθίζεται σε μία ονειρική άβυσσο και μετά να αιωρείται στον αέρα. Ήδη ταξίδευε σε άλλη διάσταση με συντροφιά του τον Μορφέα. Τα όνειρά του ήταν γλυκά, απολαυστικά. Όλα αυτά όμως μέχρι το ρολόι να δείξει μία ώρα μετά τα μεσάνυκτα όπου ξύπνησε απότομα.
Μέχρι να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν έμεινε αμίλητος στο κρεβάτι κοιτώντας τον χώρο. Αυτό που τον ξύπνησε δεν ήταν κάποιο κουνούπι ή κάποιο όνειρο. Αυτό που τον ξύπνησε ήταν ένας θόρυβος που ερχόταν από την σκεπή του σπιτιού σαν ελαφρύ βηματισμός συνοδευόμενος από έναν ελαφρύ βρυχηθμό. Το κορμί του ρίγησε και δεν τόλμησε να ξεσκεπαστεί. Ήθελε να σηκωθεί αλλά δεν τόλμησε. Ένιωσε ασφαλής, όπως τα μικρά παιδιά, κάτω από το σεντόνι. Λίγα λεπτά αργότερα ο θόρυβος έπαψε και ο Τζος αφέθηκε να παρασυρθεί από την κούραση και το γλυκό κάλεσμα της νυκτός.
Από το πρώτο του βράδυ κιόλας που έφτασε στο νησί άρχισε να βιώνει περίεργα και ανεξήγητα γεγονότα στα οποία αποπειράθηκε να δώσει λογικές εξηγήσεις. Τα περιστατικά όμως με τον καιρό πύκνωναν και κανείς δεν φάνηκε να μιλάει για αυτά. Όταν ρωτούσε τη μητέρα του, εκείνη του αράδιαζε τη μία δικαιολογία μετά την άλλη. Τη μία ήταν η κούραση, την άλλη ήταν η φαντασία του και την άλλη η ανάγκη του να εκτονώσει την ενέργεια που του προκαλούσε όλη αυτή η ηρεμία που βίωνε. Στο τέλος είχε ξεμείνει από δικαιολογίες και υποκρινόταν πως δεν τον άκουγε, ή άλλαζε το θέμα. Η παρέα του απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις του καθώς έμοιαζαν να είναι καλά δασκαλεμένοι. Δεν γνώριζε και πολλά για τις νέες του φιλίες· αν είχαν έρθει, ή αν είχαν γεννηθεί εδώ. Όπως και να είχε το πράγμα, τον ενοχλούσε που δεν έπαιρνε απαντήσεις από πουθενά. Πολλές, μάλιστα, ήταν οι φορές που είχε στήσει σκοπιά να δει τι προκαλούσε τον θόρυβο πάνω στις σκεπές των σπιτιών. Όλες του οι απόπειρες ήταν ανεπιτυχείς. Είχε αρχίσει να ψάχνει και αυτό ενοχλούσε την Σόφι.

Η Άρια Σωκράτους για "Τα δάκρυα της σιωπής"

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Α.Σ.: Μετά από το θάνατο μιας πολύ καλής μου φίλης, η οποία είχε κακοποιηθεί μέχρι θανάτου από τον σύντροφό της. Το γεγονός αυτό έχει σημαδέψει εμένα, τον τρόπο σκέψης μου, τη φιλοσοφία μου και ολόκληρη την κοσμοθεωρία μου.

Που γράψατε το βιβλίο σας;
Α.Σ.: Στην καρδιά του πιο δυνατού χειμώνα της Νέας Υόρκης. Κλεισμένη μέσα στο γραφείο μου να γράφω κι έξω να χιονίζει ασταμάτητα.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Α.Σ.: Περίπου εννέα μήνες. Όσο ακριβώς διαρκεί και η κυοφορία ενός παιδιού.

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Α.Σ.: Αιχμηρό με δυνατές συγκινήσεις.

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Α.Σ.: Η σιωπή κάνει τον μεγαλύτερο κρότο. Κάποτε τον πιο επικίνδυνο. Στη ζωή της Χριστίνας, η σιωπή είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Από μικρή ζούσε στο ζυγό μιας δεσποτικής και αυταρχικής μητέρας κι έβρισκε διέξοδο στο όνειρο και στην εικόνα της ιδανικής αγάπης που είχε δημιουργήσει σε μια απόκρυφη γωνιά του μυαλού της. Όταν συνάντησε τον πάμπλουτο Ελληνοαμερικανό μεγιστάνα Ντέιβιντ Ριβέρα, πίστεψε πως τα παραμύθια έχουν αίσιο τέλος και μαζί του ξεκίνησε ένα ταξίδι για μια καινούρια ζωή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τι συμβαίνει όταν συνειδητοποιεί ότι η ζωή της καταρρέει σαν χάρτινος πύργος και πως ο άντρας που αγάπησε γίνεται ο χειρότερος της εφιάλτης; Πίσω από τις κλειστές πόρτες της πολύβουης Νέας Υόρκης, οι ανθρώπινες ιστορίες δεν μοιάζουν πάντα με ταινίες. Η εκτυφλωτική λάμψη της μεγαλούπολης πολλές φορές δεν είναι τίποτα άλλο παρά χρυσόσκονη από κάρβουνο. Μια ιστορία ψυχικής και σωματικής κακοποίησης με φόντο μια υπόθεση sex trafficking. Όταν η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία, όλα κρέμονται από μια κλωστή. Μια νοητή κόκκινη γραμμή πάνω στην οποία οι σιωπηλές κραυγές των ανθρώπων χαράζουν τις πιο ανεξίτηλες ρωγμές.

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Α.Σ.: Την δύναμη των ηρωίδων που απορρέει από τα δάκρυα της σιωπής τους.

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;
Α.Σ.: Η ηρωίδα μου η Χριστίνα. Ένα πλάσμα εύθραυστο σαν πορσελάνη με απίστευτη δύναμη ψυχής.

Τι προσφέρει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη, βιβλιόφιλο ή βιβλιοφάγο;
Α.Σ.: Του δείχνει πως να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές, να διακρίνει τη χρυσόσκονη από το κάρβουνο και να διαπιστώσει πως η πραγματικότητα ξεπερνάει ακόμα και την πιο ζωηρή φαντασία.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;
Α.Σ.: Να είναι καλά τα αγαπημένα μου πρόσωπα.

Φοβάστε...
Α.Σ.: Το ξαφνικό που δεν μπορώ με τίποτα να προβλέψω.

Αγαπάτε...
Α.Σ.: Πολύ και με πάθος.

Ελπίζετε...
Α.Σ.: Σε ένα καλύτερο κόσμο.

Θέλετε...
Α.Σ.: Αυτό που λαχταρά η καρδιά μου και σκέφτεται ανελλιπώς το μυαλό μου.

Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;
Α.Σ.: Όλοι όσοι έχουν ανάγκη να προβληματιστούν για το τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες.

Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;
Α.Σ.: Για να αφουγκραστείτε τον κρότο που κάνει η σιωπή.

Γιατί δεν πρέπει;
Α.Σ.: Επειδή απαιτεί γερό στομάχι.

Που/πως μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Α.Σ.: Σε όλα τα βιβλιοπωλεία Ελλάδα και Κύπρο.

Που μπορούμε να βρούμε εσάς;
Α.Σ.: Στην προσωπική μου σελίδα στο facebook και στην προσωπική μου ιστοσελίδα.

Ποιο χρώμα του ταιριάζει;
Α.Σ.: Το γκρι και το κόκκινο.

Ποια μουσική;
Α.Σ.: Ένας συνδυασμός rock και jazz.

Ποιο άρωμα;
Α.Σ.: Το άρωμα του Ατλαντικού.

Ποιο συναίσθημα;
Α.Σ.: Πόνος.

Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;
Α.Σ.: Κινηματογραφική ταινία.

Αν δεν ήσασταν συγγραφέας τι θα μπορούσατε να είστε;
Α.Σ.: Δημοσιογράφος. Η πρώτη μου ιδιότητα.

Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς;
Α.Σ.: Τον Milan Kundera.

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;
Α.Σ.: Μ’έχει σημαδέψει το «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ και οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα σε ηλικία 11 ετών. Όσον αφορά στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», θεωρώ πως η μυθοπλαστική δεινότητα του Ντοστογιέφσκι είναι μοναδική. Οι δε χαρακτήρες του είναι έντονοι και συγκλονιστικοί. Είναι ο γίγαντας της κλασικής λογοτεχνίας.

Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε την συνέχεια και τις τύχες τους;
Α.Σ.: Δεν μπορώ να ορίσω την τύχη κανενός ήρωα. Οι ίδιοι επιλέγουν την πορεία και το τέλος τους. Ο λογοτεχνικός ήρωας δεν πρέπει ποτέ να αποτελεί την μαριονέτα του συγγραφέα. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε μιλάμε για ο,τιδήποτε άλλο εκτός από λογοτεχνία.

Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;
Α.Σ.: Χρειάζεται να είναι εξαιρετικά καλός αναγνώστης. Να διαβάζει ανελλιπώς και καθημερινά. Να ταξιδεύει, να ζει και να αφουγκράζεται τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της.

Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα βιβλίο;
Α.Σ.: Η πραγματική επιτυχία ενός βιβλίου συμβαίνει μόνο όταν το βιβλίο αυτό καταλαμβάνει μια θέση στην καρδιά και στη μνήμη του αναγνώστη. Αυτή είναι η πραγματική επιτυχία, καμία άλλη.

Τι την αποτυχία;
Α.Σ.: Η μεγαλύτερη αποτυχία για ένα βιβλίο είναι να μην προκαλεί κανένα απολύτως συναίσθημα στον αναγνώστη. Να του είναι αδιάφορο και να το παρατάει στη μέση.

Η βιβλιοφαγία είναι/μπορεί να γίνει κατάχρηση;
Α.Σ.: Πρόκειται για μια γλυκιά και ανώδυνη κατάχρηση που επιβάλλεται να κάνουν όλοι.

Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας;
Α.Σ.: Αψηφώντας τους κανόνες.
Ήταν το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία.
Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Αν σας άρεσε, δείτε περισσότερες απαντήσεις επιλέγοντας την ετικέτα Ριντ Φερστ.
Αν είστε συγγραφέας και θέλετε να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο ακολουθείστε τον σύνδεσμο.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη.

Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Δεύτερο μέρος*
«Το χέρι του θεού…» βλαστήμησε. «Έπρεπε να το είχα καταλάβει…» το γύρισε και είδε πίσω γραμμένη μία τοποθεσία.

Νησί της Άμμου

«Τι είναι αυτό…;» ψέλλισε βλαστημώντας την τύχη του. «Θα σε βρω που να πάρει ακόμη κι αν χρειαστεί να το κάνω μόνος μου…» είπε και άνοιξε τον υπολογιστή.
Η αναζήτησή του επικεντρώθηκε σε αυτό το νησί. Οι πληροφορίες που βρήκε ήταν σκόρπιες και χωρίς επιστημονική υπόσταση αλλά αρκετές για να καταλάβει πως το νησί αυτό δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα νησί-φάντασμα. Κάποιοι έλεγαν πως το είχαν δει από μακριά και άλλοι πως είχαν κολυμπήσει στις ακτές του. Τα πάντα όμως άρχιζαν και τελείωναν εκεί· σε αβάσιμες μαρτυρίες αγνώστων ανθρώπων. Καμία πληροφορία περισσότερη σχετικά με το «Χέρι του Θεού». Ο Τζος βρισκόταν ήδη στην Αυστραλία καθώς εκεί ήταν το πατρικό του.
«Οπότε… Νέα Καληδονία… σου έρχομαι.»
Χωρίς να χάσει χρόνο πήγε στο δωμάτιό του και άνοιξε την ντουλάπα. Πήρε τον ηλιακό φορτιστή του κινητού του και όσα χρήματα βρήκε. Έσπασε κουμπαράδες και άνοιξε κρυμμένα κουτιά. Μάζεψε ένα σημαντικό ποσό και ξεκίνησε. Δεν περίμενε να ξημερώσει. Προορισμός του ήταν το κοντινότερο ταξιδιωτικό γραφείο. Ήταν ανοικτό, όπως το περίμενε. Κοίταξε ψηλά όμως η ταμπέλα με την ονομασία δεν υπήρχε πουθενά. Την είχαν ξεκρεμάσει γιατί έκαναν εργασίες ανακαίνισης στην πρόσοψη του γραφείου. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα. Η γλυκομίλητη γραμματέας τον υποδέχτηκε.
«Παρακαλώ…» καμπανάκια ήχησαν στ’ αυτιά του! Η ίδια φωνή που είχε απαντήσει στο τηλέφωνο. Κοίταξε πάνω στον πάγκο τα έντυπα, Elegance Travel! Διάνα!
«Θα ήθελα να μου κλείσετε ένα εισιτήριο για το νησί της Άμμου…» είπε επιφυλακτικά γνωρίζοντας πως θα μπορούσε να τον περάσει για κάποιον που θέλει να κάνει πλάκα στις 2100 το βράδυ.
«Μισό λεπτό να το πληκτρολογήσω...» τον κοίταξε περίεργα. Ήταν σίγουρη πως δεν υπήρχε τέτοια τοποθεσία καθώς την άκουγε για πρώτη φορά. Τόσα χρόνια στο επάγγελμα γνώριζε κάθε γωνιά αυτού του πλανήτη. Παρόλα αυτά έκανε αυτό που έπρεπε.
«Λυπάμαι. Το σύστημα δεν μου βγάζει τον προορισμό σας. Μου βγάζει όμως Νέα Καληδονία. Θα θέλατε να σας κλείσω εισιτήριο για Νέα Καληδονία;»
«Δεν σου βγάζει τίποτα για το νησί της Άμμου, μα σου βγάζει για Νέα Καληδονία! Αυτό είναι ευχάριστο!» Αυτό ήταν! Το πάζλ είχε ολοκληρωθεί. Όλα τα κομμάτια είχαν δέσει μεταξύ τους.
«Συγγνώμη…;» απόρησε προσπαθώντας να καταλάβει τα λεγόμενά του.
Ο Τζος είχε διασταυρώσει τα στοιχεία. «Δεν καταλαβαίνεις; Για να σου βγάζει τον κοντινότερο προορισμό πάει να πει πως προφανώς κάπου μέσα στο σύστημα είναι περασμένο το όνομα του νησιού που σου ζήτησα. Για αυτό σου έβγαλε τη Νέα Καληδονία. Είναι η κοντινότερη ακτή σε αυτό το νησί. Άρα σημαίνει πως κάπου αναφέρεται στο σύστημα, παρόλο που δεν σου το βγάζει σαν υπαρκτή τοποθεσία…»
Η όμορφη κοπέλα τον κοίταζε χαμένη… «Δηλαδή να σας κλείσω για Νέα Καληδονία;»
«Ναι. Ένα.»
«Για πότε;»
«Για χθες…» η κοπέλα τον κοίταξε με απορία και όχι μόνο. Τα χείλια της σούφρωσαν. «Το συντομότερο δυνατόν…» διόρθωσε χτυπώντας νευρικά τα δάκτυλά του πάνω στον πάγκο.
«Καλώς…!» απάντησε και άρχισε να πληκτρολογεί τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Μετά από μερικά λεπτά βγήκε το μαγικό χαρτάκι. Το κοίταξε και συνειδητοποίησε πως είχε μόλις μιάμιση ώρα μέχρι το αεροδρόμιο. «Ωχ…» είπε και είδε την γραμματέα να χαμογελάει αυτή τη φορά. Χωρίς να πει αντίο, βγήκε τρέχοντας από την πόρτα και για καλή του τύχη πήρε ένα ταξί που πέρναγε από μπροστά του εκείνη τη στιγμή.
{
Η πτήση του ήταν αρκετά καλή μα πιο πολύ χάρηκε για την επιτυχής η προσγείωση. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του μόλις η απότομη δόνηση, από την κρούση των τροχών στο διάδρομο, έκανε το σώμα του αεροπλάνου να τρέμει. Τυπικά οι αεροσυνοδοί ευχαρίστησαν τους ταξιδιώτες για την προτίμησή τους στην εταιρεία τους και τους άνοιξαν τις πόρτες για την αποβίβαση. Ο Τζος σηκώθηκε και πήρε από το ντουλάπι την τσάντα του και την φόρεσε στην πλάτη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης κοιτούσε ερευνητικά τα πρόσωπα των συνεπιβατών του ελπίζοντας πως θα έβρισκε κι άλλους με κοινό προορισμό με αυτόν· είτε για ένταξη στη νέα αυτή κοινωνία είτε για έρευνα όπως εκείνος. Ήλπιζε με κάποιον τρόπο να το διάβαζε στο βλέμμα τους. Η έρευνα ήταν ανεπιτυχής. Κανείς δεν το γράφει στο κούτελο… σκέφτηκε. Επιτέλους πάτησε τα πόδια του στον εναέριο διάδρομο και άρχισε να περπατάει προς το κεντρικό τμήμα υποδοχής των ταξιδιωτών. Εκεί σταμάτησε και περιεργάστηκε τον χώρο.
«Και τώρα…;» ψιθύρισε. «Από πού ξεκινάει κανείς…;» βγήκε στον φωτεινό ήλιο, εκτός του αεροδρομίου, περπατώντας χωρίς να ξέρει πού να πάει. Κλασικά δεξιά και αριστερά υπήρχαν σταθμευμένα ταξί με τους οδηγούς να κρατούν ταμπελάκια με διάφορα ονόματα από χωριά και ξενοδοχεία. Από τα λίγα γαλλικά που ήξερε δεν είδε πουθενά να λέει «LA MAIN DE DIEU» ή «ILE DE SABLE», αν βέβαια θυμόταν καλά τα γαλλικά του. Αν και πάντα καλός μαθητής ήταν σίγουρος πως δεν θα κατάφερνε να συνεννοηθεί σωστά. Πήρε όμως το θάρρος και πλησίασε έναν οδηγό ταξί.
«Το νησί της Άμμου…;» ρώτησε. Η μόνη απάντηση ήταν το χλευαστικό χαμόγελο του αγενούς οδηγού με το σπασμένο άχυρο ανάμεσα στα χείλη. Ένα δυνατό σκούντημα από έναν βιαστικό πίσω στην πλάτη τον έκανε να παραπατήσει. Παραλίγο να πέσει κάτω. Μόλις σήκωσε το κεφάλι ο ταξιτζής είχε ήδη φύγει χωρίς να του δώσει την πολυπόθητη πληροφορία. Δεν απογοητεύτηκε, συνέχισε στον επόμενο. «Το νησί της Άμμου…;» ξαναρώτησε και από την αντίδρασή του κατάλαβε πως λίγο πολύ όλοι τον καταλάβαιναν. Η ίδια αντιμετώπιση άλλη μία φορά. Στο τέλος σήκωσε τα χέρια ψηλά ως ένδειξη απογοήτευσης και απόγνωσης.
Τα ταξί έπαιρναν τις κούρσες τους και έφευγαν για άγνωστο προορισμό αφήνοντάς τον μόνο ανάμεσα σε αγνώστους. Απέναντι από το αεροδρόμιο υπήρχε ένα μίνι μάρκετ. Ίσως αν αγόραζε κάποιον χάρτη να μπορούσε να βρει μερικά στοιχεία που θα βοηθούσαν την έρευνά του.
Κατευθύνθηκε προς τα εκεί κοιτάζοντας ολόγυρα. Μόλις έφτασε στάθηκε κοιτώντας μέσα από την τζαμαρία του. Πήρε μια ανάσα και μπήκε μέσα. Ήταν ένα κλασικό κατάστημα που πουλούσε από σουβενίρ μέχρι τρόφιμα και άλλα άχρηστα αναμνηστικά μικροαντικείμενα. Στο βάθος, δεξιά από το ταμείο, βρισκόταν ένας ξύλινος πάγκος με χάρτες. Τον πλησίασε και έψαξε για μερικά λεπτά. Όσο κι αν ψαχούλεψε δεν βρήκε κάποιον σχετικό με το νησί της Άμμου. Αντιθέτως για την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Νέα Καληδονία άπειρους. Μέσα από καμιά πενηνταριά, λοιπόν, ξεχώρισε τον έναν που πίστευε πως θα τον οδηγούσε στον προορισμό του. Τον κράτησε στα χέρια του.
«Δεν είναι αυτός ο χάρτης που ζητάς…» ακούστηκε μία φωνή πίσω του. Ήταν μία γυναίκα που την φαντάστηκε ντυμένη με μακρύ γαλάζιο φόρεμα και κατάλευκη επιδερμίδα. Όταν γύρισε αντίκρισε ακριβώς το αντίθετο. Ήταν μία μελαμψή, σχεδόν ηλιοκαμένη, με κατάμαυρο μαλλί δεμένο με μία κόκκινη μπαντάνα. Του θύμισε τσιγγάνα αν και ήταν σίγουρος πως δεν ήταν. Τα μάτια της όμως, αν και μαύρα, εξέπεμπαν μία πρωτόγνωρη λάμψη. Μία ερεθιστική ενέργεια τον προκαλούσε να χαθεί μέσα στο βλέμμα της. Με δυσκολία σχημάτισε τις λέξεις του…
«Και πώς ξέρεις τι ψάχνω…;»

Μικρό στο μάτι, αξιόλογο δε!

Γράφει η Λιάνα Τζιμογιάννη
Τελικά έχουν δίκιο αυτοί που ισχυρίζονται ότι τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκάλια… Αυτήν την «ποιότητα» εισέπραξα από τον Ένοχο Λαγό του Γιώργου Ζώτου, καθώς πρώτον, εξεπλάγην ευχάριστα από το μέγεθος του βιβλίου 11x15 (στυλ pocket και άρα πολύ εύκολο να το κουβαλήσεις σε τσάντα) και δεύτερον από την ενδιαφέρουσα υπόθεση… Η δε έκδοση ποιοτική, εκτός ίσως, από ένα μικρό ελάττωμα, που το αποδίδω στη σελιδοποίηση (το κείμενο τρέχει από τη σελίδα 121, στην 123, μετά στην 122 κι έπειτα ομαλά στην 124). Δεν παρατήρησα λάθη στην επιμέλεια του κειμένου, ούτε συντακτικά ή ορθογραφικά. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο εμπνευσμένα, ενώ οι 268 σελίδες του έτρεξαν με ταχύτητα και -το πολύ- σε δυο ώρες είχα τελειώσει την ανάγνωση.

Ο ήρωας του Ζώτου, ο Λεωνίδας Πολίτης, ένας υπέρ-ταλαντούχος ζωγράφος λαβαίνει ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, η πηγή του οποίου υπόσχεται γρήγορο, μαύρο και πολύ χρήμα, αρκεί να αντιγράψει έναν συγκεκριμένο πίνακα ΚΑΙ να τον αντικαταστήσει με τον αυθεντικό σε μια βίλα! Πες ότι έγινε κιόλας! Μετά ξεκινά η περιπέτεια… Χαρτοφύλακες με λεφτά… όμορφες γυναίκες… πιστολίδια, αίμα και θάνατοι… μπράβοι που κοιτούν το συμφέρον τους… συρτάρια με ακριβό περιεχόμενο…

Το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, με έκανε να νιώσω πως παρακολουθώ μια ταινία αστυνομικού περιεχομένου, καθώς το παιχνίδι κλέφτες & αστυνόμοι εξελισσόταν σε τρεις πόλεις της χώρας και μάλιστα, σε λίγες μόνο μέρες… Ο ρυθμός έντονος, οι εξελίξεις γρήγορες, η ανάσα κομμένη από όσα τυχαίνουν στον επαγγελματία ζωγράφο μας, αλλά ερασιτέχνη-κλέφτη-απατεώνα, που όμως, το’χει η ψυχούλα του ν’ανακατεύεται με τον υπόκοσμο! Να θες να το αφήσεις για λίγο στην άκρη και να μη μπορείς!!! Διαβάζεις με αγωνία και πάθος, συμμετέχοντας σε ένα απίστευτο κυνηγητό για να βρεις τον κρυμμένο θησαυρό, παιχνίδι στο οποίο εμπλέκονται πολλοί και άσχετοι! Οι εκπλήξεις είναι πολλές και όχι πάντα ευχάριστες… Οι χαρακτήρες του Ζώτου είναι άρτια ψυχογραφημένοι και κανείς δε δείχνει αυτό που πραγματικά είναι! Τρέχεις με αυτοκίνητα, πετάς με αεροπλάνα, ζεις για λίγο τη ζωή ενός πράκτορα, τύπου Τζέιμς Μποντ και στο τέλος, σου μένει και το κορίτσι!

Απόλαυσα πραγματικά το ταξίδι με το Λαγό! Συστήνεται ανεπιφύλακτα αλλά προσοχή να μην το διαβάσετε σε ξαπλώστρα, κατά την καλοκαιρινή σας εξόρμηση: θα σας απορροφήσει τόσο πολύ, που ίσως ξεχάσετε να βάλετε αντηλιακό και να καείτε!!!


Περισσότερα με/από την Λιάνα Τζιμογιάννη:
Είχαμε πρεμιέρα απόψε
Καίτη Οικονόμου
Για καφέ με την Ελευθερία Μεταξά
Στο γέλιο της καταιγίδας
Θανάσιμες αμαρτίες

Περισσότερα από/για τον Γιώργο Ζώτο:
Ένοχος λαγός
Στη φάκα
Ο Γιώργος Ζώτος για το "Ένοχος λαγός"

Η κληρονομιά

Κωνσταντίνου Βαρδή

Μέρος πρώτο*
Ο Τζος άνοιξε τα μάτια του· αν ήταν βέβαια αυτό το όνομά του. Δεν θυμόταν τίποτα. Δεν είχε σκέψεις, δεν είχε αναμνήσεις. Ποιος ήταν, πού ήταν και πάνω από όλα… πώς βρέθηκε σε αυτή τη θέση. Το κεφάλι του σφυροκοπούταν από έντονη ημικρανία κάνοντάς τον να αισθάνεται τα αγγεία του να πάλλονται σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Και αυτή η μυρωδιά… τι αηδία…; σκέφτηκε. Σίγουρα κάτι πρέπει να βρισκόταν σε αποσύνθεση δίπλα του. Κάτι που σίγουρα, κάποτε, πρέπει να ήταν ζωντανό.
Κοίταξε μα δεν μπορούσε να δει. Για λίγο πίστεψε πως είχε χάσει το φως του. Πως αυτό που φοβόταν περισσότερο από όλα στη ζωή του ήταν πια γεγονός. Ήταν τυφλός. Μα… όχι. Κάπου στο βάθος αυτής της κλειστοφοβικής κατάστασης μπόρεσε να αντικρίσει μία δεσμίδα φωτός να μπαίνει, σαν κλέφτης, μέσα από μία χαραμάδα. Ίσως κάπου εκεί έξω να βρισκόταν η απάντηση σε όλα του τα ερωτήματα. Ευτυχώς· δεν ήταν τυφλός. Μήπως όμως ονειρευόταν; Έντονη ζάλη είχε μπερδέψει τις αισθήσεις του. Ίσως… ίσως αν χτυπήσω το μάγουλό μου, καταφέρω να ξυπνήσω.
Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια του. Μάταια… οι καρποί του ήταν δεμένοι σφικτά. Μάλλον σχοινί, όπως κατάλαβε, και σίγουρα ήταν χοντρό. Τα πόδια όμως…; κι αυτά το ίδιο. Ο Τζος στεκόταν όρθιος χωρίς όμως να πατάει στο έδαφος. Ήταν λες και κάποιος τον είχε τοποθετήσει σε έναν κάθετο προκρούστη. Τράβηξε με δύναμη τεντώνοντας την μέση του. Πόνος και κάψιμο ακριβώς στο κέντρο. Άδικος κόπος, τα δεσμά του ήταν πιο ισχυρά από εκείνον. Άλλωστε όποιος τον είχε βάλει εκεί δεν θα είχε σκοπό να τον αφήσει να διαφύγει. Θα είχε πάρει τα μέτρα του. Απογοήτευση.
Σταμάτησε για μία στιγμή την προσπάθεια και προσπάθησε να βασιστεί στις λιγοστές αισθήσεις που είχε διαθέσιμες· την όσφρηση και την ακοή. Εκτός από την έντονη μυρωδιά της πτωμαΐνης μπορούσε να διακρίνει αιθανόλη και φορμαλδεΰδη. Ίσως βρισκόταν μέσα σε κάποιο χειρουργείο ή σε κάποιο εργαστήριο. Άρχισε και πάλι αψηφώντας τον πόνο να τινάζεται μπρος-πίσω χτυπώντας την ξύλινη κατασκευή που τον περιόριζε. Σίγουρα είχε αρχίσει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Μερικά μπουκαλάκια γυάλινα άρχισαν να πέφτουν στο πάτωμα σπάζοντας σε δεκάδες κομμάτια που σκορπίστηκαν τριγύρω. Το περιεχόμενό τους ήταν καυστικό. Οι αναθυμιάσεις έκαναν δυσκολότερη την ήδη επιβαρυμένη του αναπνοή. Και αυτή η καταραμένη σκοτεινιά.
Όσο περνούσε η ώρα, η δέσμη φωτός άρχισε να σβήνει κι αυτή όπως και ο ήλιος πίσω από τα ψηλά βουνά. Το σκοτάδι έπεσε βαθύ φέρνοντας μαζί του ακόμη χαμηλότερη θερμοκρασία. Το κορμί του ξεκίνησε να τρέμει μετατρέποντας τον πόνο σε μαρτύριο. «Μην καταρρεύσεις τώρα Τζος…» ψιθύρισε. Ήδη το όνομά του είχε έρθει στο μυαλό του. Κάτι ήταν κι αυτό. Ένα μικρό σημάδι πως η μνήμη του επανερχόταν. Αυτό τον ηρέμησε λίγο. Ίσως, αν μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα πράγματα να μπορούσε να σκαρφιστεί κι έναν τρόπο για να ελευθερωθεί. Όμως αυτό δεν ήταν εύκολο καθώς ο θυμός και η απογοήτευση δυσκόλευαν το έργο του. Για μία στιγμή ηρέμησε.
Ένα απαλό θρόισμα ακούστηκε να έρχεται από την άλλη πλευρά του τοίχου. «Είναι κανείς εδώ…;» φώναξε με όλη του τη δύναμη. Η φωνή του έκανε έναν ελαφρύ αντίλαλο και χάθηκε πολύ γρήγορα. Δοκίμασε να φωνάξει ξανά προσπαθώντας, από τον ήχο, να καταλάβει την σύσταση του δωματίου που ήταν κλεισμένος. Πρέπει να ήταν κάποιο δωμάτιο μήκους έξι με εφτά μέτρων χωρίς πολλά αντικείμενα μέσα. Τα τοιχώματα σίγουρα ήταν από ξύλο για αυτό απορρόφησαν τον ήχο τόσο γρήγορα. Το θρόισμα ακούστηκε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά δεν το δημιουργούσε ο αέρας. Κάτι σάλευε βγάζοντας βρυχηθμούς. Κάποιο ζώο… σκέφτηκε.
Ο Τζος προσπάθησε να φωνάξει ξανά όμως ένα δυνατό κάψιμο, που άρχισε να διαχέεται σε όλο του το κορμί, τον σταμάτησε. Ήταν λες και κάποιος του είχε χορηγήσει κάποιου είδους φάρμακο και τώρα αυτό είχε αρχίσει να επιδρά στον οργανισμό του. Το κάψιμο επικεντρώθηκε στον δεξί του ώμο. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος αλλά παράλληλα άρχισε να νιώθει μία διαύγεια και όλες του τις αισθήσεις να οξύνονται. Τώρα ψίθυροι έφταναν στα αυτιά του και μυρωδιές κάθε είδους. Οι κόρες των ματιών του διαστάλθηκαν σε σημείο που μπορούσε να δει λεπτομέρειες του δωματίου, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, που λίγη ώρα πριν δεν έβλεπε τίποτα. Ναι, βρισκόταν μέσα σε ένα εργαστήριο το οποίο όμως ήταν επενδεδυμένο με ξύλινες επιφάνειες. Μπορούσε ακόμη να διακρίνει και τις μικρές χαρακιές ή και τους ρόζους του ξύλου.
Η ανάσα του έγινε απελπιστικά γρήγορη και κοφτή. Σήκωσε αμέσως το κεφάλι του και κοίταξε τα δεσμά που τον κρατούσαν περιορισμένο. Ήταν ένα χοντρό σχοινί δεμένο σε κάθε του άκρο. Τράβηξε με όλη του τη δύναμη βλέποντας αυτή τη φορά τις προσπάθειές του να αποδίδουν καρπούς. Οι κόμποι άρχισαν να ανοίγουν λίγο χωρίς όμως να χωράνε τα χέρια του να ξεγλιστρήσουν από μέσα. Ήταν κοντά στην αποδέσμευσή του και έτσι συνέχισε να τραβάει πληγώνοντας τους καρπούς του. Το σχοινί γέμισε με ζεστό αίμα που άρχισε να κατρακυλάει πάνω στα χέρια του. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το ίδιο του το αίμα να μυρίζει τόσο όμορφα. Μία ακατανίκητη επιθυμία τον οδήγησε να βγάλει την γλώσσα του και να γλείψει τις λιγοστές σταγόνες που έφτασαν στον σηκωμένο του ώμο. Και μάλλον δεν ήταν ο μόνος που το μύρισε.
Γρυλίσματα ακούστηκαν έξω από το δωμάτιο που γίνονταν ολοένα και εντονότερα. Άναρθρες κραυγές μπλεγμένες μεταξύ τους σε μία αναστάτωση που μαρτυρούσε πείνα. Αυτό τον τρόμαξε ακόμη περισσότερο. Δεν ήξερε τι έπρεπε να φοβάται πιο πολύ. Το έξω ή το μέσα; Ένα δυνατό κάψιμο μούδιασε τον πληγωμένο του καρπό. Σήκωσε το κεφάλι του και έκπληκτος είδε το ποτισμένο σχοινί με αίμα να σαπίζει ίνα-ίνα μέχρι να μείνουν λιγοστές κλωστές αδύναμες πια για να συγκρατήσουν το ξαφνικό τίναγμα του χεριού του. Ήταν σχεδόν ελεύθερος. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα λεπτών. Τώρα θα μπορούσε να λυθεί. Αρκετά σύντομα βρέθηκε να πατάει στο υγρό και κολλώδες, από μία λίμνη αίματος, πάτωμα.
Περπάτησε μέχρι τη χαραμάδα και κοίταξε έξω. Μέσα στο σκοτάδι αρκετά μπορούσαν να του κρυφτούν μα όχι όλα. Μαύρες σκιές σε μέγεθος αρκούδας έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα από δέντρο και βράχο, σε πλαγιά κι ανάποδα. Για λίγο τραβήχτηκε προς τα πίσω. Είχε αμφιβολίες για αυτό που είδε. «Θεέ μου!» ψιθύρισε γεμάτος απορία. Δεν ήταν ζώα καθώς περπατούσαν στα δύο και σίγουρα δεν ήταν ούτε άνθρωποι, καθώς δεν είχαν το παρουσιαστικό τους. Τότε τι ήταν; Μαυροκόκκινο τρίχωμα γυάλιζε στο σεληνόφως και δόντια σουβλερά με ένα ζευγάρι κόκκινα μάτια. Πλάσματα βγαλμένα από μύθους και θρύλους· από ιστορίες για να τρομάζουν τα μικρά παιδιά γύρω από τις φωτιές των κατασκηνώσεων. Το θέαμα τον καθήλωσε. Στη αρχή ένιωσε πως ήταν μάρτυρας κάποιου ανεξήγητου μυστήριου της φύσης. Πως αντίκριζε κάποιο είδος υπό εξαφάνιση χωρίς όμως να έχει αντιληφθεί τον κίνδυνο που διέτρεχε.
Ο Τζος κόλλησε το μάτι του ακόμη πιο κοντά στη σχισμή για να μπορέσει να δει περισσότερα. Και είδε… ένα μαύρο πρόσωπο κόλλησε, στην εξωτερική πλευρά του τοίχου, το κόκκινο μάτι του προσπαθώντας να δει μέσα. Με τη μύτη του έπαιρνε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να καταλάβει μήπως υπήρχε κάποιος αντικριστά. Ο Τζος, ενώ θα έπρεπε να απομακρυνθεί, μία ανεξήγητη έλξη τον καθήλωσε στην θέση του. Οι δύο κοιτάχτηκαν στα μάτια νιώθοντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Το πρωτόγνωρο αυτό αίσθημα που βίωσε του ήταν πολύ οικείο σα να τον καλούσε να βγει κι αυτός έξω και να μοιραστεί την ίδια φύση με τα υπόλοιπα πλάσματα. Αλλά δεν ήταν σαν κι αυτά και επιπρόσθετα δεν είχε βρει ακόμη την έξοδο.
Απομακρύνθηκε από την χαραμάδα με σκοπό να ψάξει κάποιον τρόπο διαφυγής. Πλησίασε έναν πάγκο και τον περιεργάστηκε. Η ίδια αποκρουστική μυρωδιά τρυπούσε τα πνευμόνια του μη μπορώντας να καταλάβει από πού ερχόταν η μυρωδιά του ψοφιμιού. Το κρεβάτι ήταν σκεπασμένο άτσαλα με ένα μακρύ σεντόνι. Το έπιασε και το τράβηξε απότομα. Ένα ανθρώπινο τεμαχισμένο κορμί ήταν ακουμπισμένο πάνω αποκαλύπτοντας όλα του τα εσωτερικά όργανα. Ήταν ακρωτηριασμένο με απόλυτη ακρίβεια. Το τεμαχισμένο κορμί ήταν διασωληνωμένο και τα σωληνάκια χάνονταν κάτω ακριβώς από το στρώμα. Έσκυψε και εκεί κρυμμένο είδε το σώμα ενός λύκου κομμένο στη μέση με την ίδια ακρίβεια. Με μία ματιά δεξιά του συνειδητοποίησε πως δεν ήταν το μοναδικό κρεβάτι. Λίγα μέτρα πιο πέρα υπήρχε ακόμη ένα διπλό ράντσο που πάνω του κείτονταν τα άψυχα κορμιά μία γάτας, ενός αετού και ενός χιμπατζή. «Τι διάβολο…;» αναρωτήθηκε και γύρισε απότομα το κεφάλι του κοιτώντας προς την ξύλινη πόρτα του δωματίου.
Μία στριγκλιά ακούστηκε να πλησιάζει στο σημείο που βρισκόταν. Ήταν τελείως διαφορετική από αυτές που είχε ακούσει λίγη ώρα πριν. Πλησίασε την εστία του ήχου με αργό και αθόρυβο βήμα μέχρι να αγγίξει την ξύλινη επιφάνεια. Ακούμπησε το κεφάλι του εφάπτοντας το αυτί στο τοίχωμα. Ησυχία… ώσπου μία βαριά ανάσα ακούστηκε από την άλλη μεριά να θεριεύει και να γίνεται άγριο μουγκρητό· και μετά χτύπος. Η πόρτα τραντάχτηκε καθώς ό,τι βρισκόταν εκεί έπεσε πάνω της με δύναμη. «Ανάθεμα…» φώναξε και αμέσως έτρεξε στην αντίθετη μεριά προσπαθώντας να βρει κάποια έξοδο. Η χαραμάδα ήταν η μόνη λύση.
Ο γδούπος ακούστηκε ξανά, πιο δυνατός, όπως και ένα δυνατό ράγισμα, λίγο πριν υποχωρήσουν τα κομμάτια του τοίχου. Η χαραμάδα ήταν πολύ μικρή και δεν χωρούσε να περάσει. Η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Έβαλε μέσα το χέρι του και πίεσε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Η όρασή του έγινε θολή νιώθοντας παράλληλα τις αισθήσεις του να οξύνονται. Ήταν η αδρεναλίνη ή μήπως κάτι άλλο; Ό,τι κι αν ήταν είχε αποτέλεσμα. Το χέρι του έσταξε αίμα γλιστρώντας πιο βαθιά μέσα στο άνοιγμα. Τα ουρλιαχτά έξω από την πόρτα δυνάμωναν συνεχώς και ήταν πολύ βίαια. Κάποιος ή… κάτι προσπαθούσε να τον φτάσει.
Μόλις έβγαλε το χέρι του έξω από τη σχισμή, ψαχούλεψε προσπαθώντας να βρει ένα σταθερό σημείο για να πιαστεί. Έτσι θα μπορούσε να τραβήξει και το υπόλοιπό του κορμί. Η όρασή του όμως περιοριζόταν από το μικρό εύρος του ανοίγματος. Η πόρτα κατέρρευσε και ο Τζος αντίκρισε, μέσα στο σκοτάδι, τα κομμάτια της να πέφτουν με μεγάλη δύναμη στο πάτωμα. Ένας βρυχηθμός πλανήθηκε στο κλειστό δωμάτιο και βήματα που σάλευαν σέρνοντας. Ακόμη όμως δεν μπορούσε να δει τι. Ο χώρος ήταν σε σχήμα Γάμμα και τώρα δεν είχε οπτική επαφή με την πόρτα. Πίσω από τη γωνία ξεπρόβαλε ένα πόδι χωρίς να φανερωθεί το υπόλοιπο κορμί. Ήταν πελώριο και στις άκρες είχε γαμψά-μυτερά και, σίγουρα κοφτερά, νύχια που καρφώνονταν στο πάτωμα.
Ο Τζος πανικοβλήθηκε. Με άστατες κινήσεις προσπάθησε από κάπου να πιαστεί χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η παλάμη του γλιστρούσε νιώθοντας τις εκδορές να στάζουν αίμα. Ένα χέρι τον γράπωσε δυνατά, από την εξωτερική πλευρά, τραβώντας τον, με χαρακτηριστική ευκολία, την ώρα που ο άγνωστος επισκέπτης γύρισε να κοιτάξει το ασθενικό του κορμί να κρέμεται σε μία ψηλή γωνία. Από την ένταση έκλεισε τα μάτια και σα νεογέννητο ξεπρόβαλε από τον κόλπο των δεσμών του πέφτοντας πάνω στο χορτάρι.
Σηκώθηκε και κοίταξε το άνοιγμα από το οποίο είχε βγει. Ήταν ένα υπόγειο δωμάτιο, θαμμένο μέσα στη γη. Από ψηλά, η πανσέληνος φώτιζε τριγύρω. Με μία ματιά περιμετρικά είδε πως στεκόταν στο κέντρο ενός αχανούς δάσους με πυκνά δέντρα ως εκεί που έλουζαν οι ακτίνες του φεγγαριού. Ο σωτήρας του δεν βρισκόταν πουθενά. Ούτε καν τα πλάσματα που τριγυρνούσαν εκεί, λίγη ώρα πριν. Κοίταξε ξανά μέσα στο δωμάτιο και είδε δύο μικρά κόκκινα μάτια να φεγγίζουν στο ημίφως να είναι καρφωμένα πάνω του. Δίχως άλλη σκέψη ξεκίνησε να τρέχει μακριά γνωρίζοντας πως το πλάσμα θα έβγαινε να τον κυνηγήσει. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν μόνος και αποπροσανατολισμένος ανάμεσα στα δέντρα. Πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές πίσω του, αλλά δεν φαινόταν να τον ακολουθεί κανείς.
Έτρεξε μέχρι που ένιωσε τη σπλήνα του να σφίγγει έτοιμη να σπάσει. Εκεί εγκατέλειψε πέφτοντας, πάνω σε κάποια ξεραμένα φύλλα, κάτω στο χώμα. Δεν είχε άλλες αντοχές και ο δεξής του ώμος είχε αρχίσει να πρήζεται ασυνήθιστα. Τον κοίταξε αντικρίζοντας ένα μαύρο σημάδι που σίγουρα προερχόταν από βελόνα. Είχε κοκκινίσει στο κέντρο και τριγύρω της απλώνονταν, σαν πλοκάμια, μαύρα αγγεία που χάνονταν κάτω από το δέρμα του. Η ανάσα του έγινε αργή, καθώς τα μάτια του βάρυναν, βυθίζοντάς τον σε μία γλυκιά άβυσσο. Ίσως στον κόσμο των ονείρων έβρισκε απαντήσεις. Ποιος ήταν; Από πού ήταν και πώς έφτασε ως εκεί;

Το Ρόδο της Τοσκάνης


Περιληπτικά...
Ένα βρέφος αφήνεται στις μοναχές του Σάντο Σπίριτο και φέρει ένα ασημένιο κλειδί στα σπάργανά του, μοναδικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Οι μοναχές θα γίνουν η μοναδική οικογένεια που θα γνωρίσει η Ρόζα η οποία θα αφήσει τη μονή στα δεκαπέντε της προκειμένου να εργαστεί ως γκουβερνάντα για την κόρη ενός μαρκησίου. Το σπίτι του είναι αριστοκρατικό όμως η σύζυγός του τρομακτική και μια κατάρα πλανάται πάνω τους. Η Ρόζα δε ξέρει αν πρέπει να μάθει την αλήθεια καθώς αναλογίζεται τον αντίκτυπό της.
Όταν ο φασισμός τυλίξει την Ιταλία, η Ρόζα, θα αντιμετωπίσει την σκληρότητά του με μοναδικές της άμυνες την εξυπνάδα, την αποφασιστικότητά αλλά και την ικανότητά της να αγαπά.

Η Belinda Alexandra λατρεύει τα ταξίδια και γενικότερα την περιπέτεια. Το ενδιαφέρον της για άλλους πολιτισμούς ίσως προέκυψε από την δική της καταγωγή καθώς έχει μητέρα Ρωσίδα και πατέρα Αυστραλό. Προσφέρει εθελοντική εργασία για το WIRES (Πληροφόρηση, Διάσωση και Εκπαίδευση Άγριας Ζωής της Νότιας Ουαλίας).
Τα βιβλία της κυκλοφορούν σε Ευρώπη και Αυστραλία με μεγάλη επιτυχία και από τη Νέα Ζηλανδία ως τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Γερμανία, τη Νορβηγία, την Πολωνία, την Ελλάδα και τη Ρωσία.
Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Διόπτρα προσφέρουν το μυθιστόρημα της Μπελίντα Αλεξάντρα σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να στείλετε τη συμμετοχή σας στην κλήρωση κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, προσέξτε τα παρακάτω:
Διαβάστε τους όρους και άλλες πληροφορίες για τις κληρώσεις και τα δώρα εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 28 Ιουνίου 2016 και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Η Ευαγγελία Ευσταθίου και "Οι δεσμώτες των σκιών"

Τι σας ώθησε να γράψετε αυτό το βιβλίο;
Ε.Ε.: Η μεγάλη μου περιέργεια να ανακαλύψω απαντήσεις που συνήθως δεν υπάρχουν. Αυτή τη φορά, αντικείμενο της εμμονής μου ήταν η προφητείες ανά τους αιώνες. Δημιούργησα μία δική μου, την επένδυσα με κέλτικες αποχρώσεις και την έκανα πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημά μου ελπίζοντας να ανακαλύψω κατά τη διάρκεια της έρευνας και τις απαντήσεις που γύρευα εξαρχής. Απαντήσεις έγκυρες φυσικά δεν κατάφερα να βρω, αλλά το μυθιστόρημα πήρε σάρκα και οστά, πράγμα για το οποίο είμαι ευγνώμων.

Αν θα έπρεπε να το περιγράψετε με μία μόνο λέξη, ποια θα ήταν αυτή;
Ε.Ε.: Στρόβιλος.

Τι θα συμβουλεύατε εκείνον που επρόκειτο να το διαβάσει;
Ε.Ε.: Να αφήσει τις αισθήσεις του ελεύθερες και κυρίαρχες,να αφουγκραστεί και να επιτρέψει στον εαυτό του μια βόλτα στο παραμύθι εξερευνώντας, γνωρίζοντας και κατανοώντας αυτά που εμπειρίες του και η κοσμοθεωρία του θα του επιτρέψουν να καταλάβει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

Αν το βιβλίο σας ήταν/γινόταν ένα κανονικό ταξίδι κάπου στον κόσμο, που θα πηγαίναμε και πόσες μέρες θα κρατούσε;
Ε.Ε.: Θα πηγαίναμε μια βόλτα στο κέντρο της γης, στον πυρήνα του ουράνιου στερεώματος και στην απεραντοσύνη του ωκεανού. Θα κρατούσε τόσες μέρες ή ώρες ή μήνες όσο εμείς θα επιτρέπαμε. Η διάρκεια του ταξιδιού εξαρτάται πάντα άλλωστε απ’ τη δύναμη της ανάγκης μας να παραμείνουμε γερά καρφωμένοι και στην προσωπική μας πραγματικότητα.

Κλείστε τη μίνι συνέντευξη με μία φράση/παράγραφο από το βιβλίο
Ε.Ε.: Είναι από το εισαγωγικό σημείωμα, μα αντιπροσωπεύει όλη τη φιλοσοφία του βιβλίου:
«Για κάθε κακό δράκο των παραμυθιών ή της αληθινής ζωής υπάρχει πάντα μια μαγική φαρέτρα γεμάτη βέλη που τον εξουδετερώνουν. Τη λένε ελπίδα».

Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Λιβάνη προσφέρουν το μυθιστόρημα "Οι δεσμώτες των σκιών" σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση και για να στείλετε το μήνυμά σας στην Ευαγγελία Ευσταθίου κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες πληροφορίες για τις κληρώσεις και τα δώρα εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 19 Σεπτεμβρίου και το βιβλίο θα αποσταλεί ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

Λίγα λόγια
Ο Σεμπάστιαν Ντάνιελ Αλεξάντερ, απόγονος βασιλικής γενιάς, είχε το σημάδι. Μεγάλωσε με έναν μοναδικό σκοπό: να εκπληρώσει τις γραφές της αρχαίας κέλτικης προφητείας ενώ έπρεπε να ενωθεί με τη Μία προκειμένου να γεννηθεί ένα τέλειο πλάσμα, άτρωτο και ευφυές, που θα καθορίσει την τύχη του κόσμου.
Η Καρολίνα Σερέτη θεωρεί ότι το σημάδι του λωτού είναι μια τυχαία ατέλεια στο δέρμα της αν και, από πολύ μικρή, διαισθανόταν πως θα καθόριζε τη ζωή της.
Ήταν ο Ένας και η Μία. Απόγονοι του ίδιου βασιλιά και κουβαλητές μιας κοινής παντοδύναμης μοίρας. Ήταν δεσμώτες των σκιών...
Δίνουν μάχη για να κόψουν τα δεσμά και το βάρος της Προφητείας. Θα τα καταφέρουν;

«Της ήταν αδύνατον να μιλήσει, γι’ αυτό απλώς κατένευσε.
Με ανακούφιση έμεινε ξανά μόνη, και στηρίχτηκε πάλι στα κάγκελα κοιτώντας τον φωταγωγημένο κήπο. Έφερε το ένα χέρι στον λαιμό της και έβαλε τα δάχτυλα ανάμεσα στο φουλάρι και στο δέρμα της.
Πανικός. Προειδοποίηση.
Φύγε! Φύγε τώρα!
Η όρασή της θόλωσε. Στα αφτιά της έπαψε να ακούγεται η απαλή μουσική που έπαιζε ο πιανίστας.
Άγριες μελωδίες άρχισαν να ηχούν μέσα στο κεφάλι της, επιδεινώνοντας τον ίλιγγο. Μελωδίες πολέμου. Μελωδίες από αρχαίες σάλπιγγες.
Ήχοι από κύματα που έσκαγαν θυμωμένα σε βράχια, παρασυρμένα από τον ανελέητο βοριά. Φωνές μικρών κοριτσιών. Φωνές αρχαίων πολεμιστών. Τι ήταν αυτό; Τρελαινόταν; Κίνδυνος».


Δείτε και αυτό:

Η Σμαραγδή Μητροπούλου "Πριν ο ήλιος δύσει"

Πώς σας ήρθε η ιδέα;
Σ.Μ.: Η ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό μου με αφορμή μια άσκηση σε ένα σεμινάριο θεατρικής γραφής, που περιλάμβανε έναν διάλογο κι έναν μονόλογο. Αυτό υπήρξε και ο αρχικός πυρήνας.

Πού γράψατε το βιβλίο σας;
Σ.Μ.: Έγραψα το συγκεκριμένο βιβλίο στο πατρικό μου σπίτι στη Μεθώνη στη διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Σ.Μ.: Περίπου δύο μήνες. Βέβαια μετά ακολούθησαν και κάποιες διορθώσεις.

Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Σ.Μ.: Συγκινητικό και ανθρώπινο…

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Σ.Μ.: Μια γυναίκα που τη βασανίζει το παρελθόν… ένα αθώο παιδί… ένας νέος άνθρωπος που αναζητά την αγάπη και την αποδοχή… η διαδρομή μιας ζωής… ένα άνοιγμα ψυχής… μια εξομολόγηση… την ώρα που ο ουρανός γεμίζει κόκκινα χρώματα… την ώρα του δειλινού… ΠΡΙΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΔΥΣΕΙ.

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Σ.Μ.: Τη διαδρομή ζωής του κεντρικού ήρωα… μέσα από την οποία βλέπουμε το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις του με τον περίγυρό του.

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;
Σ.Μ.: Ο πατήρ-Λάιονελ, γιατί διαθέτει τεράστια αποθέματα υπομονής, κατανόησης και αγάπης.

Τι προσφέρει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη, βιβλιόφιλο ή βιβλιοφάγο;
Σ.Μ.: Συγκίνηση. Ευκαιρία για κάποια ίσως αυτοκριτική…

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;
Σ.Μ.: Έχω μικρές, καθημερινές αγωνίες, όπως όλοι οι άνθρωποι.

Φοβάστε...
Σ.Μ.: Πολλές φορές στο παρελθόν φοβήθηκα εμένα και τις ανασφάλειές μου.

Αγαπάτε...
Σ.Μ.: Τη ζωή… τους ανθρώπους γύρω μου… εμένα...

Ελπίζετε...
Σ.Μ.: Πως αύριο είναι πάντα μια καινούργια μέρα (το κλέβω από τη Σκάρλετ Ο’ Χάρα).[1]

Θέλετε...
Σ.Μ.: Να μπορώ να είμαι πάντα ο εαυτός μου. 

Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;
Σ.Μ.: Δεν ξέρω αν θα το λατρέψουν… πιστεύω όμως πως θα μιλήσει στην καρδιά τους.

Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;
Σ.Μ.: Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τη λέξη «πρέπει»… ωστόσο θα’ λεγα ένας λόγος που αξίζει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο είναι για να δούμε πώς η σχέση μητέρας-παιδιού μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη μετέπειτα ζωή μας. 

Γιατί δεν πρέπει;
Σ.Μ.: Ίσως επειδή βγάζει και κάποια επώδυνα συναισθήματα… αυτό για όποιον δεν μπορεί να αντέξει και να διαχειριστεί αυτά τα συναισθήματα.

Πού/πώς μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Σ.Μ.: Στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ, στο βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ, και φυσικά μπορείτε να το αποκτήσετε με παραγγελία από το βιβλιοπωλείο της περιοχής σας.

Πού μπορούμε να βρούμε εσάς;
Σ.Μ.: Κάθε χρόνο, με μια βαλίτσα ρούχα κι όνειρα βρίσκομαι και σε διαφορετικό μέρος λόγω δουλειάς (είμαι αναπληρώτρια εκπαιδευτικός). Ωστόσο, μπορείτε να με βρείτε στο facebook ως Smaragdi Mitropoulou και στο email smaragdi02@gmail.com

Ποιο χρώμα του ταιριάζει;
Σ.Μ.: Τα χρώματα του δειλινού.

Ποια μουσική;
Σ.Μ.: Ήλιε που χάθηκες.

Ποιο άρωμα;
Σ.Μ.: Το άρωμα ενός αποξηραμένου γιασεμιού.

Ποιο συναίσθημα;
Σ.Μ.: Της αγάπης... που κάποιες φορές τη διεκδικούμε με λάθος τρόπο και ακραίες συμπεριφορές.

Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;
Σ.Μ.: Ταινία ή θεατρική παράσταση.

Αν δεν ήσασταν συγγραφέας τι θα μπορούσατε να είστε;
Σ.Μ.: Γλάρος για να βρίσκομαι εκεί που σμίγουν ουρανός και θάλασσα.

Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς; 
Σ.Μ.: Έχω διαβάσει και κλασικούς και νεότερους συγγραφείς. Κάποια εποχή -θυμάμαι- διάβαζα ανελλιπώς το «Όσα παίρνει ο άνεμος».[1]

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;
Σ.Μ.: Ναγκίμπ Μαχφούζ, Ζιλμπέρ Σινούε και Ιλδεφόνσο Φαλκόνες. Εκείνο δε το βιβλίο που όχι μόνο με άγγιξε, αλλά με συγκλόνισε είναι «Η Παναγιά της Θάλασσας».

Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε την συνέχεια και τις τύχες τους;
Σ.Μ.: Κάποιες φορές προσπάθησα να ορίσω εγώ τη ζωή και την τύχη των ηρώων μου στις ιστορίες που γράφω. Αλλά εκείνοι υπήρξαν «ατίθασα παιδιά» και πήραν το παιχνίδι στα δικά τους χέρια.

Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;
Σ.Μ.: Χρειάζεται φαντασία και συναίσθημα πρώτα απ’ όλα, και φυσικά οι εμπειρίες μας, αλλά και των γύρω μας, μπορεί να αποτελέσουν ένα καλό υπόβαθρο για μια ιστορία ή ένα βιβλίο. Θυμάμαι κάποτε σε μια βιβλιοπαρουσίαση μια αγαπημένη συγγραφέας είχε πει χαρακτηριστικά ότι «οι συγγραφείς είναι/είμαστε κλέφτες ζωών».

Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα βιβλίο;
Σ.Μ.: Η αγάπη του αναγνωστικού κοινού. Τα υπόλοιπα έπονται.

Τι την αποτυχία;
Σ.Μ.: Δεν πιστεύω σ’ αυτό που λέμε «αποτυχία». Για μένα κάθε βιβλίο έχει κάτι να πει και να δώσει στον αναγνώστη.

Η βιβλιοφαγία είναι/μπορεί να γίνει κατάχρηση;
Σ.Μ.: Όχι, δε νομίζω.

Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας;
Σ.Μ.: Μια θάλασσα όνειρα κι αναμνήσεις.
Ήταν το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία.
Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Αν σας άρεσε, δείτε περισσότερες απαντήσεις επιλέγοντας την ετικέτα Ριντ Φερστ.
Αν είστε συγγραφέας και θέλετε να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο ακολουθείστε τον σύνδεσμο.

Κερδίστε το!
Οι εκδόσεις Όστρια προσφέρουν το βιβλίο της Σμαραγδής Μητροπούλου σε έναν τυχερό αναγνώστη. Για να συμμετέχετε στην κλήρωση και να στείλετε το μήνυμά σας στην ίδια κλικάρετε το παρακάτω k και συμπληρώστε τη φόρμα. Παρακαλώ, σημειώστε τα ακόλουθα:
Διαβάστε τους όρους και άλλες πληροφορίες σχετικά με τις κληρώσεις και τα δώρα εδώ. Η κλήρωση θα γίνει στις 30 Δεκεμβρίου 2015 και το βιβλίο θα αποσταλεί στον τυχερό ταχυδρομικά.
k
Καλή τύχη!

[1]Η Σκάρλετ Ο' Χάρα είναι η ηρωίδα της Μάργκαρετ Μίτσελ στο μυθιστόρημά της "Όσα παίρνει ο άνεμος". Τίτλος πρωτότυπου Gone with the wind.

Το λουλούδι της λίμνης

Τρεις γυναίκες ηρωίδες γνωρίζουμε στις σελίδες του βιβλίου που ανήκουν σε διαφορετικό θρήσκευμα. Μια χριστιανή, μια Εβραία και μια μουσουλμάνα. Τρεις σκλάβες από το χαρέμι του Αλή Πασά καταφέρνουν να δραπετεύσουν ενώ κουβαλούν έναν μικρό θησαυρό από χρυσό και πολύτιμες πέτρες. Μένουν ενωμένες και αγωνίζονται για να κερδίσουν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους. Διεκδικούν τη ζωή που τους στέρησαν με τη βία...
Σήμερα, η Στέλλα καλείται να παραδώσει αυτοπροσώπως το αντικείμενο που αγοράστηκε από το μαγαζί της σε έναν άγνωστο στην Ελβετία ενώ βρίσκεται μπλεγμένη σε έναν φόνο και αντιμέτωπη με μια τεράστια κληρονομιά.
Στο νέο μυθιστόρημα του συγγραφικού διδύμου η ιστορία κυλάει όμορφα, γρήγορα και ακούραστα. Σου μένει μόνο η χαρά του ταξιδιού, σε χρόνο και τόπο, που εντείνεται από τις επεξηγηματικές φράσεις που συναντάς ή τις παραπομπές στα ιστορικά γεγονότα οι οποίες σου προσφέρουν κάθε πληροφορία εμπλουτίζοντας την μυθοπλασία. Κάνει δε πολύ δυνατή έναρξη με δυο μικρές σκηνές, μια στο παρόν και μία από το 1820, που σίγουρα θα λειτουργήσουν υπέρ και θα προϊδεάσουν για τη συνέχεια.
Η Στέλλα είναι μια σύγχρονη βιοπαλαίστρια, σκεπτόμενη, γήινη και σοβαρή που δέχεται όμως τις προκλήσεις και ρισκάρει αν χρειαστεί. Γίνεται διαλλακτική και ελίσσεται λογικά και έξυπνα όταν αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία ή απειλείται. Όσο για τις τρεις φίλες-φυγάδες του χαρεμιού από το μακρινό παρελθόν, παίζουν τη ζωή τους στα ζάρια αλλά όταν τα έχεις χάσει όλα, και δε μένει κάτι άλλο να χάσεις (παρά μόνο τη ζωή σου σαφώς, αλλά τι να την κάνεις όταν δεν έχεις ούτε έναν δικό σου άνθρωπο να την μοιραστείς;), έχεις μόνο να κερδίσεις και τότε είναι που αξίζει το ρίσκο και η προσπάθεια. Κι ενώ υπήρχε πάντα η πιθανότητα να χάσουν, εκείνες κέρδισαν επειδή έμειναν ενωμένες, έγιναν ομάδα και δε ξέχασαν ποτέ η μία την άλλη. Η ισχύς εν τη ενώσει λειτούργησε και με την προσπάθεια που κατέβαλαν μπόρεσαν να τα καταφέρουν. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η Μαρία. Λογική, ειλικρινής και δυνατή γυναίκα. Και αξιέπαινη καθώς βλέπει και στοχεύει στην ουσία και όχι στο περιτύλιγμα. Μία "περιπέτεια" ζωής θα ενώσει τη Μαρία του 19ου αιώνα με την Στέλλα του 21ου.
Αυτή τη φορά, ταξιδεύουμε από τη λίμνη των Ιωαννίνων, την εποχή που μεσουρανούσε εκεί ο Αλή Πασάς μέχρι την Ελλάδα και την Ελβετία του σήμερα. Παράλληλα με τη μυθοπλασία, οι ιστορικές αναδρομές και πληροφορίες μάς ξεναγούν στο παρελθόν και μας μαθαίνουν ή μας θυμίζουν την ιστορία μας. Κι ενώ στο πρώτο μέρος δεσπόζει η περιπέτεια των τριών σκλάβων και η φιλία ζωής που τις συνδέει, το δεύτερο μέρος έχει ακόμα μεγαλύτερη δράση και μυστήριο.

Ξεχώρισα το γεγονός ότι «...οι Έλληνες είναι ανένταχτοι και δεν πειθαρχούν. Το "πρέπει" δεν το αντέχουν, δεν είναι στο χαρακτήρα τους» που ξεπηδά κάποια στιγμή από τις σελίδες χτυπώντας με σαν σφαλιάρα -λόγω της ειλικρίνειας και της αλήθειας που κρύβει- και μία εξαιρετική τοποθέτηση σχετικά με το ρόλο των γυναικών στην κοινωνία όταν διαβάζω ότι «...οι έξυπνες δεν το δείχνουν και το κρύβουν με μαεστρία. Άλλες επιδιώκουν πρωτιές και προκαλούν την οργή των ανδρών, μιας και αισθάνονται μειωμένοι από την ικανότητα των θηλυκών».
Οι Γιάννης και Μαρίνα Αλεξάνδρου, ζευγάρι και στη ζωή, έχουν υπογράψει δεκάδες μυθιστορήματα, όλα γραμμένα με τον ίδιο τρόπο. Για τη μυθοπλασία ευθύνεται η Μαρίνα -ακόμα  προτιμά να γράφει με στυλό και τετράδιο αρνούμενη να "προσαρμοστεί" σε έναν πιο μοντέρνο τρόπο- και για την ιστορία ο Γιάννης. Τα βιβλία τους έχουν πάντα δύο διαστάσεις. Μια μυθιστορηματική αφήγηση με φανταστικούς ήρωες, και παραπομπές στα ιστορικά γεγονότα της αντίστοιχης περιόδου που βοηθούν τον αναγνώστη να "δει" τον χρόνο και τόπο δράσης των χαρακτήρων στο ιστορικό πλαίσιο, να θυμηθεί μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας ή να μάθει για αυτές. Εξαιρετικές επιλογές για εκείνους που βαριούνται τις εγκυκλοπαίδειες ή για νεότερους αναγνώστες και μαθητές. Προσφέρουν ταξίδια στη φαντασία και στο χρόνο αλλά και γνώση μαζί.

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Λιβάνη και την Μαρία Κουκουβίνου για τη προσφορά του βιβλίου.
Ευχαριστώ το Γιάννη και τη Μαρίνα Αλεξάνδρου για την τέλεια αφιέρωση (όπως κάθε χρόνο).
Δείτε το μυθιστόρημα στις εκδόσεις Λιβάνη

Η Μαίρη Τσίλη και "Το κρεσέντο ενός κύματος"

Πως σας ήρθε η ιδέα;
Μ.Τ.: Δεν μου ήρθε κάποια ιδέα. Απλά και μόνο ένιωσα την ανάγκη να καταγράψω μια προσωπική μου ιστορία.

Που γράψατε το βιβλίο σας;
Μ.Τ.: Το κρεσέντο ενός κύματος ξεκίνησα να το γράφω στις Σπέτσες σε ένα πεζουλάκι όπου έσκασαν μέσα από την ηρεμία της θάλασσας τρία κυματάκια και που έμελλε να παίξουν καθοριστικό ρόλο για μένα και να γίνουν οι τρεις ήρωες του κρεσέντου.

Πόσο χρόνο σας πήρε η συγγραφή;
Μ.Τ.: Δυο μήνες. Ιούλιος και Αύγουστος του 2013.

Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας με δυο λόγια;
Μ.Τ.: Ο πιο γλυκός Απρίλης της ζωής μου που έγινε βιβλίο και στην καρδιά μου μια ρωγμή που γέμισε από θάλασσα και γιασεμί.

Θέλετε να μας δώσετε μια περιγραφή;
Μ.Τ.: Η Ζέτα με τον Πέτρο είναι αδέρφια και η Εύα είναι η καλύτερη τους φίλη και όχι μόνο...
Τρεις χαρακτήρες διαφορετικοί μα και με τόσο δυνατά κοινά σημεία ψυχής. Τρεις φωτογραφίες με τρία κύματα. Το πρώτο κύμα σαν τη Ζέτα, απαλό και ήπιο, ένα κρίνο προκλητικά τρυφερό. Το δεύτερο κύμα σαν την Εύα, πιο δυνατό, πιο πειρασμός και άγγελος μαζί. Το τρίτο κύμα σαν τον Πέτρο, το πιο ισχυρό, το πιο καθοριστικό, ένα κοφτερό γυαλί. Και όμως τα τρία αυτά κύματα ενώθηκαν και συνέθεσαν ένα και μόνο κύμα και το έφτασαν στο αποκορύφωμα του... Στο κρεσέντο ενός κύματος!
Ένας Απρίλης... Η βροχή... Η θάλασσα... Πολλά λάθη και πάθη κι εξαρτήσεις κι απωθημένα στο δισάκι της ψυχής... Πληγές και σημάδια... Και στο πιάνο μία και μόνο μελωδία σαν ίριδα και σαν γιασεμί και σαν απάντηση της αλήθειας της ζωής...
Ο έρωτας, η αγάπη, η φιλία πότε μπλέκονται γλυκά και πότε συγκρούονται. Και τότε τι γίνεται; Αντέχουν οι ανθρώπινες σχέσεις και οι καρδιές; Και η ζωή και η μοίρα τι ρόλο παίζουν; Σίγουρα μεταξύ τους συνομιλούν και με τον δικό τους τρόπο πλέκουν ζωές και μοίρες θνητών ανθρώπων. Γιατί εκείνες ξέρουν καλύτερα και σκάρτα παιχνίδια δε στήνουν ποτέ...

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτό το βιβλίο;
Μ.Τ.: Πιο πολύ σε αυτό το βιβλίο αγάπησα ξανά τις στιγμές που έζησα κάποτε και έμαθα να αγαπώ ξανά την ζωή, τον έρωτα και την αγάπη.

Ποιος είναι ο πιο αγαπημένος σας ήρωας και γιατί;
Μ.Τ.: Ο αγαπημένος μου ήρωας είναι η Εύα γιατί μέσα από την Εύα έβγαλα βιώματα της ζωής μου και αλήθειες μου.

Τι προσφέρει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη, βιβλιόφιλο ή βιβλιοφάγο;
Μ.Τ.: Προσφέρει δύναμη, ελπίδα, χαμόγελο για την ζωή. Όλα περνάνε και η αγάπη πάντα νικητής.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία σας;
Μ.Τ.: Με όσα έχω περάσει στην ζωή μου δεν έχω πια μεγάλες αγωνίες παρά μόνο κάτι χαζές και μικρές αγωνίες του τύπου αν θα μπορέσω να κάνω έστω κι έναν άνθρωπο να χαμογελάσει με την καρδιά του.

Φοβάστε...
Μ.Τ.: Πολλές φορές στο παρελθόν φοβήθηκα εμένα και τις ανόητες δειλίες μου. Έπασχα από έλλειψη αυτοπεποίθησης και ήρθα αντιμέτωπη με την κατάθλιψη, με τάσεις αυτοκαταστροφής και με την αγοραφοβία. Έφαγα στραπάτσα και σφαλιάρες από θάνατο και δύσκολες καταστάσεις. Νικήθηκα τότε και φοβήθηκα ακόμα πιο πολύ. Κι όμως σηκώθηκα ξανά και με ξανακέρδισα και με αγάπησα. Και έμαθα να βλέπω την ζωή αλλιώς. Κατάματα και δυνατά και χαμογελαστά. Τώρα πια τίποτα δεν φοβάμαι γιατί ξέρω καλά ότι το αντίθετο του κάθε φόβου δεν είναι το θάρρος αλλά η χαρά.

Αγαπάτε...
Μ.Τ.: Αγαπώ εμένα, την ζωή που ζω όπως κι αν είναι. Αγαπώ τις απλές και μικρές όμορφες στιγμούλες στην καθημερινότητα μου. Αγαπώ να λέω σε αγαπώ και να μου το λένε και μένα. Αγαπώ το χαμόγελο μα και το δάκρυ. Αγαπώ την βροχή και τον ήλιο. Αγαπώ την θάλασσα και την μουσική. Αγαπώ τον έρωτα. Αγαπώ να αγαπώ.

Ελπίζετε...
Μ.Τ.: Ελπίζω κάθε μέρα που ξημερώνει οι άνθρωποι να συνεχίσουν να ελπίζουν για το καλύτερο ακόμα κι όταν φαίνεται δύσκολο κι ανέφικτο αυτό.

Θέλετε...
Μ.Τ.: Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ζωή και στους ανθρώπους που υπάρχουν μέσα σε αυτήν και στην καρδιά μου. Η ζωή είναι ωραία γιατί μας δίνει μια σπουδαία επιλογή. Να της δώσουμε ότι χρώμα θέλουμε εμείς.

Ποιοι αναγνώστες θα λατρέψουν αυτό το βιβλίο;
Μ.Τ.: Αχ μεγάλη κουβέντα το να λατρέψουν. Να νιώσουν όσοι θέλουν και έχουν την ανάγκη και μακάρι να πάρουν μια στάλα αισιοδοξία και αγάπη και να την φτάσουν μέσα τους και στη ζωή του στον μέγιστο βαθμό. Αυτό μου αρκεί.

Γιατί πρέπει να το διαβάσουμε;
Μ.Τ.: Δεν ξέρω αν πρέπει. Αν θέλετε να ταξιδέψετε μαζί μου μέσα στα ταξίδια της καρδιάς μου και του νου μου και αν νιώσετε ότι κατάφερα να καταγράψω πράγματα που θέλατε να πείτε εσείς αλλά δεν μπορούσατε.

Γιατί δεν πρέπει;
Μ.Τ.: Δεν υπάρχει δεν πρέπει. Ούτε πρέπει. Όποιος δεν αντέχει αγάπη ας τα βρει πρώτα με τον εαυτό του και όλα καλά κι ας μην το διαβάσει.

Που/πως μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Μ.Τ.: Δυστυχώς οι Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία έκλεισαν. Σύντομα όμως θα μπορείτε να το βρείτε από εμένα μιας και θα έχω εγώ τα βιβλία μου στα χέρια μου. Και βέβαια εν καιρώ θα επανεκδοθούν από άλλον εκδοτικό οίκο.

Που μπορούμε να βρούμε εσάς;
Μ.Τ.: Μπορείτε να με βρείτε στο facebook σαν Μαίρη Τσίλη και στο e-mail μου mtsili@hotmail.gr

Ποιο χρώμα του ταιριάζει;
Μ.Τ.: Της θάλασσας το χρώμα.

Ποια μουσική;
Μ.Τ.: Θάλασσα πλατιά, Only love, ο ήχος μιας απαλής βροχής και ο γλυκός παφλασμός που κάνει ένα κυματάκι όταν δίνει φιλί και άγγιγμα στην ακτή.

Ποιο άρωμα;
Μ.Τ.: Άρωμα από νυχτολούλουδο και γιασεμί.

Ποιο συναίσθημα;
Μ.Τ.: Αγάπη!

Αν δεν ήταν βιβλίο, τι θα μπορούσε να είναι;
Μ.Τ.: Μια θάλασσα μικρή.

Αν δεν ήσασταν συγγραφέας τι θα μπορούσατε να είστε;
Μ.Τ.: Ένα κοχύλι γεμάτο όνειρα κι ελπίδες μέσα στην καρδιά της θάλασσας. Και πάνω από όλα αυτό που είμαι. Ένας απλός άνθρωπος.

Ποιον συγγραφέα διαβάζετε ανελλιπώς;
Μ.Τ.: Ανελλιπώς δεν θα το έλεγα. Διαβάζω και παλαιότερους και νέους συγγραφείς. Σε κάτι περίεργες στιγμές μου διαβάζω το Μονόγραμμα του Ελύτη και τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

Σας έχει επηρεάσει άλλος συγγραφέας στον τρόπο που γράφετε ή σκέφτεστε ή ζείτε; Ποιος/ποιο βιβλίο;
Μ.Τ.: Στον τρόπο που σκέφτομαι και ζω με έχει επηρεάσει η ζωή που έζησα και ζω. Αλλά πένες που με χάραξαν από παιδί είναι η Μαρία Ιορδανίδου, ο Εξυπερί και ο Νίκος Καζαντζάκης. Όσο για βιβλίο ανεξίτηλο είναι Οι εργάτες της θάλασσας, Βίκτορ Ουγκώ.

Οι ήρωές σας μπορούν να σας κατευθύνουν ή εσείς και μόνο ορίζετε την συνέχεια και τις τύχες τους;
Μ.Τ.: Επειδή σε όλους τους ήρωες μου βάζω δικά μου κομμάτια σε σημείο που μπορώ να είμαι όχι μόνο η νέα κοπέλα π.χ. του βιβλίου αλλά και ο θείος και η θεία που βγάζουν άλλου τύπου βιώματα, τους κατευθύνω εγώ. Παίζω με το μυαλό μου μέσα από εκείνους.

Τι χρειάζεται κάποιος για να γράψει; Φαντασία ή εμπειρία;
Μ.Τ.: Φαντασία ναι αλλά πάνω από όλα να νιώθει αυτά που γράφει. Η εμπειρία συνήθως θεωρείται με την έννοια του ότι γράφω κάτι πιασάρικο. Απέχω από κάτι τέτοιο. Γράφω αυτόματα μόνο όταν φορτώσω και νιώσω την ανάγκη. Όμως θέλω να έχω παραγράφους και ορθογραφία. Από εκεί και πέρα ο καθένας όπως βούλεται λειτουργεί.

Τι καθορίζει την επιτυχία σε ένα βιβλίο;
Μ.Τ.: Σχετική έννοια η επιτυχία. Για κάποιους σημαίνει βγάζω λεφτά από το βιβλίο μου, για κάποιους άλλους σημαίνει ότι το βιβλίο μου υπάρχει σε όλες τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και διαφημίζεται παντού. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι κατακριτέο. Για μένα επιτυχία είναι όταν οι αναγνώστες μου πουν... η Μαίρη Τσίλη με άγγιξε και μπράβο της που έγραψε βιβλίο και είπε όσα ήθελα να πω κι εγώ αλλά δεν μπορούσα.

Τι την αποτυχία;
Μ.Τ.: Σχετική έννοια και η αποτυχία. Δεν μπορούμε να αρέσουμε όλοι σε όλους. Ξεκινάμε από εκεί. Αλλά όταν κάποιος συγγραφέας γράφει για να γράφει και για να γεμίσει σελίδες αυτό φαίνεται κάποια στιγμή. Αν εκείνος νιώθει καλά τι να πω εγώ; Κι αν κάποιοι πουν έλα ρε συ το παράκανε ο τάδε συγγραφέας, τότε περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Ο καθένας εισπράττει μέσα του ότι θέλει να εισπράξει.

Η βιβλιοφαγία είναι/μπορεί να γίνει κατάχρηση;
Μ.Τ.: Η βιβλιοφαγία δεν είναι κατάχρηση αλλά μπορεί να γίνει. Σε όλα χρειάζεται κάποιο μέτρο. Άλλο διαβάζω συνέχεια και αδιάκοπα για να ξεχαστώ και να ταξιδέψω αλλού και άλλο διαβάζω και μένω σε πέντε πραγματάκια που μου έδωσε το βιβλίο που διάβασα.

Ποιον τίτλο βάζετε στο βιβλίο της ζωής σας;
Μ.Τ.: Έλα κοντά. Έχω να δώσω μια καρδιά όσο η γη και άλλο τόσο.
Ήταν το ερωτηματολόγιο Ριντ Φερστ για τα νέα βιβλία.
Ή αλλιώς, όχι μόνο το ερωτηματολόγιο του Προυστ.
Αν σας άρεσε, δείτε περισσότερες απαντήσεις επιλέγοντας την ετικέτα Ριντ Φερστ.
Αν είστε συγγραφέας και θέλετε να απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο ακολουθείστε τον σύνδεσμο.

Δείτε κι αυτό:
Η Μαίρη Τσίλη και οι "Αλκυονίδες ψυχές"

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Νικολία ΠανίδουΔημήτρης ΛάμπρουΜαίρη ΤσίληΧρήστος ΝομικόςΒασίλης ΚαραναστάσηςΝτενί ΕμορίνΑθηνά Τερζή
Μάριος ΔημητριάδηςΚερδίστε τρία μυθιστορήματαΓιώργος ΧατζηκυριάκοςΜαρία ΖαχαράκηΧαράλαμπος ΒοΐδηςΤειρεσίας ΛυγερόςΧριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
Λιλή ΓάτηΠαναγιώτης ΑσημεόνογλουΒαρβάρα ΣεργίουΝίκος ΒαρδάκαςΠέτρος ΖήκοςΒαθμολογήστε και κερδίστεΑλέξανδρος Ακριτόπουλος