Το χειρόγραφο της Άκρα

Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο τού Πάουλο Κοέλο... ανακαλύπτω μια συνέχεια και διάρκεια στις φιλοσοφημένες εκφράσεις-ρήσεις που τον έκαναν τόσο αγαπητό στο αναγνωστικό -και όχι μόνο- κοινό και δεν έχω παρά να συμφωνήσω με το σύνολο των απόψεων-σκέψεων που περιγράφονται, καθώς -όπως και σε κάθε άλλο έργο του- ο συγγραφέας έχει καταφέρει να εδραιώσει τις ιδέες του με τρόπο που δε σου αφήνει περιθώρια να τον κοντράρεις εκφράζοντας μια αντίθετη γνώμη. Ή δεν βρίσκεις το λόγο να εκφράσεις αντίθετη γνώμη!
Και όλο αυτό μέσα σε μια ρέουσα γραφή που δε κουράζει ούτε και τον πιο απαίδευτο αναγνώστη. Το αντίθετο. Ακόμα και ο λιγότερο "διαβασμένος" μπορεί να ασχοληθεί με τα βιβλία του Κοέλο χωρίς να προβληματιστεί ιδιαίτερα για την απορρόφηση και κατανόηση των νοημάτων. Έτσι, από τη μια έχουμε μια όμορφη ενδιαφέρουσα ιστορία και από την άλλη δε θα ζοριστούμε σε νοηματικό επίπεδο ενώ οι ιδέες που προωθούνται μέσα από αυτά τα έργα είναι πολύ αρεστές και έξτρα συμπαθητικές, καθώς ο Πάουλο έχει ασχοληθεί με την αγάπη, τον στόχο, την ευτυχία, την επιτυχία, τη σοφία, την αφοσίωση, τη μαθητεία, την αρετή, την δημιουργία, κ.α.
Και το κάνει καλά, με πίστη στους αναγνώστες του και με ευγενικό και θετικό τρόπο.
Στο τελευταίο του βιβλίο, "Το χειρόγραφο της Άκρα", ταξιδεύουμε στην Ιερουσαλήμ στα τέλη του 11ου αιώνα όπου ένας Έλληνας, γνωστός ως Κόπτης, συγκεντρώνει τα πλήθη την παραμονή της εισβολής των σταυροφόρων προκειμένου να τους μιλήσει για τη γνώση, τις αρχές και την ανθρωπιά. Το πλήθος αποτελείται από ανθρώπους κάθε ηλικίας και επιπέδου, από χριστιανούς, μουσουλμάνους αλλά και Εβραίους. Τα λόγια και οι συλλογισμοί αυτού του Έλληνα γράφονται στο χαρτί από εκείνους που γνωρίζουν γραφή ενώ αποτυπώνονται στη μνήμη όλων των υπολοίπων και μεταφέρονται στις επόμενες γενιές.
Ο Πάουλο μάς τοποθετεί σε τόπο και χρόνο με την καλύτερη πρόθεση καθώς περιγράφει τις διαφορές εκείνων των ανθρώπων αλλά και την ευγενική και ειρηνική τους συνύπαρξη. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μπορεί το (θρησκευτικό) ημερολόγιο του χριστιανού να γράφει μέσα Ιουλίου 1099, αλλά την ίδια στιγμή εκείνο του Εβραίου αναφέρεται στο έτος 4859 ενώ του μουσουλμάνου στα 492, όμως αυτό δε θα επηρεάσει ούτε θα χαλάσει τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ δε συμφωνούν από χρονολογικής άποψης αλλά ούτε και στον τρόπο που αγαπούν το Θεό.
Και δεν είναι τυχαία δομημένη η τελευταία έκφραση που τη μεταφέρω όπως διαβάζεται στο βιβλίο. Θα μπορούσε να μιλάει "για τον διαφορετικό Θεό των ανθρώπων" αλλά, μένοντας πιστός στην ενοποίηση των ιδεών και της θετικότητας με την οποία αντιμετωπίζει τα θέματά του ο συγγραφέας, μας μεταφέρει το σχίσμα των απόψεων ως "διαφορετικό τρόπο λατρείας του Θεού" και όχι ως "διαφορετικούς Θεούς ή λατρείες", και μερικές αράδες παρακάτω αναφέρεται στη Θεΐκή Ενέργεια ως μέσο εξαγνισμού για την ανθρώπινη καρδιά.
Τα θέματα που θίγονται από το κοινό του Κόπτη έχουν να κάνουν με τη μοναξιά, την ομορφιά, την αγάπη, την αφοσίωση, τη ζωή και το θάνατο ή την "μετά τη ζωή" πορεία, το θαύμα... Αλλά και με την κομψότητα ή το σεξ, και όλα αυτά τη στιγμή που έξω από τα τείχη της πόλης ετοιμάζονται οι παρατάξεις για επίθεση, για πόλεμο.
Αν έπρεπε να κρατήσω μία φράση από το βιβλίο τούτο; Μπορεί να έμενα σε εκείνη του οπισθόφυλλου που είναι και το προφανές ή το "δεν ορίζουν τον άνθρωπο οι επίγειες μάχες" που είναι πιο μαγικό. Ίσως πάλι να έλεγα απλά "πορεύεσθε εν ειρήνη" που είναι το επιθυμητό τουλάχιστον σε σχέση με τον πόλεμο.
Αλλά επειδή είμαι πιο μεταφορικός τύπος επιλέγω μια φράση από το κομμάτι της Αγάπης όπου -πολύ απλά- "συνήθως το τελευταίο κλειδί στην αρμαθιά μας είναι αυτό που ανοίγει την πόρτα" που βεβαίως ενδέχεται πολλών ερμηνειών και χρησιμοτήτων.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο κάθε άνθρωπος πάνω στον πλανήτη θα βρει ένα σημείο μέσα στο βιβλίο για να λατρέψει, να ταυτιστεί ή να υιοθετήσει. Και ιδού η επιτυχία. Το δικό μου τέτοιο σημείο είναι η απάντηση του Έλληνα για την ομορφιά που όμως δε μου επιτρέπεται να μεταφέρω εδώ. Θα ήθελα.

Η Ψιλικατζού

Όταν κυκλοφορώ στις βιβλιοθήκες και στα βιβλιοπωλεία ή στα καλοκαιρινά πανηγύρια με τους υπαίθριους πάγκους στέκομαι και προσπαθώ να βρω τα εξώφυλλα που θα μου κλείσουν συνωμοτικά το μάτι, τα ονόματα που θα τραβήξουν την προσοχή μου ή τους τίτλους που θα με μαγέψουν όσο χρειάζεται ώστε να αφιερώσω το χρόνο μου στο περιεχόμενο.
Σε μια τέτοια εξόρμηση βούτηξα την ψιλικατζού μου, το περασμένο φθινόπωρο, από μια υπαίθρια αγορά βιβλίων. Και την επέλεξα χωρίς δεύτερη σκέψη καθώς μου άρεσε και η φωτογραφία με το συνοικιακό μαγαζάκι αλλά και ο τίτλος του που δεν είχε καμία σχέση με φεγγάρια, αστέρια, έρωτες, ηλιοβασιλέματα και όλα τα σχετικά ουσιαστικά και επίθετα που πλημμυρίζουν τις νέες καλοκαιρινές εκδόσεις.

Ένας υπέροχος τρόπος να γνωρίσεις νέους συγγραφείς είναι να αγοράσεις νέους συγγραφείς. Νέους στην ηλικία, πρωτοεμφανιζόμενους ή άγνωστους σε σένα.
Κάπως έτσι ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο τής Κωνσταντίνας Δελημήτρου που δε σου αφήνει πολλά περιθώρια να το θεωρήσεις ψεύτικο ή φανταστικό!
Η ψιλικατζού είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Μια απλή τύπισσα που προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της, να δημιουργήσει την οικογένειά της, να είναι ευτυχισμένη, να βγάλει το μεροκάματο, να παλέψει για τη ζωή... χωρίς να παραλείπει να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της, το ρατσισμό στα πρόσωπα των ανθρώπων, τη διαφορετικότητα, το κουτσομπολιό της γειτονιάς... η ψιλικατζού πρέπει να κρατήσει επάξια το ρόλο της. Κάθεται στο πόστο της και γράφει. Γράφει για τους πελάτες της. Γράφει τις ιστορίες της γειτονιάς της. Γράφει για την Αθήνα που δε προβάλουν οι ειδήσεις των καναλιών. Για την πόλη που δεν "ανα-γνωρίζουμε" ή που αναγνωρίζουμε αλλά προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει.
Σε δεύτερο επίπεδο, γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο τις προσπάθειές της να αποκτήσει παιδί. Τα καρδιοχτύπια, οι αναμονές, τα φάρμακα, οι ενέσεις, η αγωνία, οι εξετάσεις, οι γιατροί...
Μία γυναίκα αφιερώνει ολόκληρα κομμάτια του χρόνου της γράφοντας για τους ανθρώπους γύρω της ή για τα προσωπικά της θέματα. Χωρίς ρετούς και ωραιοποιήσεις. Απλά γράφει... όπως αισθάνεται, ό,τι νιώθει και βιώνει, ό,τι αγαπά, φοβάται, πιστεύει. Έτσι όπως θα εμπιστευόταν τη ζωή της στην καλύτερή της φίλη, χωρίς ταμπού, χωρίς κοσμητικά επίθετα. Σα να απευθύνεται σε ένα αόρατο κοινό. Ξέρει ότι εκείνο υπάρχει αλλά σκέφτεται όπως αν ήταν ολομόναχη. Και, όταν τα πράγματα δε πάνε καλά, κάνει την προσπάθεια να μην ψυχοπλακώσει τον αναγνώστη της αλλά, περισσότερο, νομίζω ότι δε θέλει να ψυχοπλακώσει εκείνη την ίδια.
Η ψιλικατζού είναι δυνατή και θα αντέξει. Δε θα τη λυγίσουν οι αναποδιές.
Διαβάζοντάς το...
Στεναχωρήθηκα επειδή τα ξένα παιδάκια δείχνουν τα χέρια τους πριν φύγουν από το μαγαζί γιατί ξέρουν τη στάμπα που τους κολλήσαμε και παλεύουν να κερδίσουν αξιοπρέπεια και χαμογέλασα με τους πασπατογιατρούς και τα τουβλοπεριοδικά γάμου... μη πω για τη βλαμμένη πεταλούδα που τινάζει τα φτερά της στην άλλη άκρη της γης και η καταστροφή έρχεται κατευθείαν πάνω στην ψιλικατζού (από το γνωστό Φαινόμενο της Πεταλούδας). Δε μπορούσα -ούτε άντεξα- να διαφωνήσω περί "βαρύ" πολιτισμού, με συγκλόνισε η πόνεση, γέλασα συνομωτικά με τα κβαντο-οικοκυρικά της και λάτρεψα τον μικρό πρίγκιπα -τι πλάσμα!

Μετά μου ήρθε η όρεξη να αναζητήσω την Κωνσταντίνα Δελημήτρου διαδικτυακά. Και τότε, βρήκα το blog.
Και μετά μου ήρθε η σκέψη πως το μόνο που αναπαράγουμε είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.

Ούτε άδεια καρδιά, ούτε κούφια λόγια.


ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ, .. ΣΕ ΣΕΝΑ

Η γραφή δεν είναι αυτοσκοπός,
απλά,.. είναι κόκκινη παπαρούνα,
που υπερχείλισε απ’ αγάπη, ..
ένα ταξίδι, .. ονειρικό, .. φανταστικό, ..
πέρα μακριά, ..
χωρίς αρχή και τέλος, ..
εκεί στο μπλε του ουρανού,
καπνός στ’ απέραντα λιβάδια ..

Δεν εμπιστεύομαι τα όνειρα μου σε κανένα πια,
μόνο σε μένα,
ινδιάνος ιχνηλάτης στο δρόμο γίνομαι,
να βρίσκω ποιος είμαι, .. και τι θέλω, ..

Ξεκινώ από το τίποτα,
με πυξίδα τη θέληση,
να φτάσω στη αγάπη,
εκεί όπου ο ήλιος φυτεύει ξαφνικά, ..
τουλίπες ανάμεσα στα χρυσά στάχυα,
να κάνουν παρέα τις κόκκινες σου παπαρούνες, ..

© Yannis Koukakis
Ο Γιάννης Κουκάκης στολίζει με δικά του λεκτικά χρώματα τον κόσμο, ό,τι τον ενδιαφέρει και κάθε τι που αγαπά. Λατρεύει την τέχνη και εμπνέεται από εκείνη, όπως εμπνέεται από κάθε συναίσθημα που βιώνει ή κάθε όμορφη εικόνα που αντικρίζει. Όλες οι σκέψεις του καταθέτονται μέσα στο προσωπικό του ιστολόγιο και συνδυάζονται αρμονικά με καλλιτέχνες που αγαπάει. Αυτή η ανάρτηση κοσμείται με screen shots από έργα του φωτογράφου E.E. McCullom όπως αυτά παρουσιάζονται στη σελίδα του Γιάννη ή, πιο απλά, κοσμείται με τις φωτογραφικές ιστορίες του Cullom που κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μου καθώς ξεψάχνιζα τη σελίδα του Γιάννη. Με μια επίσκεψη όμως στον ιστότοπό του, ο Γιάννης Κουκάκης θα σας πείσει για την καλαισθησία του και την φιλοτεχνία του, για την ευαισθησία της ψυχής του και για την αγάπη του σε ό,τι κάνει.
Το άσπρο-μαύρο είναι το κυρίαρχο χρώμα. Η απόλυτη αντίθεση. Δε του αρέσουν τα πολύχρωμα πράγματα και δείχνει ξεκάθαρα την πρόθεσή του να επιτρέψει μόνο σε μικρές κηλίδες χρώματος να εισχωρήσουν που και που μέσα στον κόσμο του.
Η ποίηση που κοσμεί τούτη τη σελίδα είναι δική του. Με ένα δικό του ξεχωριστό στυλ, που το διατηρεί σε κάθε του έργο και σε όλες τις αναρτήσεις του, εκφράζει τον κόσμο και τα συναισθήματά του και τα εκθέτει στον γνωστό ή άγνωστο αναγνώστη του. Αναμφίβολα του αρέσουν τα αρχιγράμματα που τα χρησιμοποιεί πάντα ενώ έχει έναν δικό του τρόπο να σημειώνει τις παύσεις, τις τελείες ή τις σιωπές του λόγου του.
ΟΥΤΕ ΑΔΕΙΑ ΚΑΡΔΙΑ, .. ΟΥΤΕ ΚΟΥΦΑ ΛΟΓΙΑ, …

Δεν λυπάμαι τίποτα, ..
δεν ήταν ακόμη καλοκαίρι,
δαγκώματα γλυκά φίλησαν το στόμα,
αποτυπώθηκε βαθιά πάνω του,
το κόκκινο των χειλιών σου,
τα χέρια μου εκείνη τη βραδιά,
ήταν γενναιόδωρα, ..
φτιαγμένα από μέλι, ..
δεν λυπάμαι τίποτα, ..
δεν ήταν ούτε καν άνοιξη, ..
μήτε καλοκαίρι, ..

Ωστόσο, ..
οι ατέλειωτες οι φράσεις σου,
πέφταν επάνω μου,
όλες μαζί μέσα σε μια νύχτα, ..

Εγώ δεν άφησα τα ίχνη μου πάνω στο μαξιλάρι,
ούτε το αίμα της καρδιάς,
δάκρυσε για σένα,
εσύ με δάγκωσες,
με φίλησες, ..
το πρόσωπο σου έγραψε, ..
μόνο του ιστορία, ..

Μου έμεινε ακόμη η μυρωδιά,
της γλυκιάς ματιάς σου,
δακτυλογραφημένο όνειρο,
στα στήθη σου επάνω,
να το αγγίζει θελκτικά, ..
επίμονα, .. νοερά ..
στρατός πιθήκων,
ερωτικών τσαρλατάνων, ..

Τίποτα δεν μ’ είχε αγγίξει τόσο πολύ,
τόσο βαθιά,
όσο εκείνη τη βραδιά,
η νυχτερινή συντροφιά σου, ..

© Yannis Koukakis
ΞΕΔΙΠΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ, ..

Παρόμοια ημέρα,
που μοιάζει με το αγαπημένο σου φόρεμα,
το αντικατάστατο,
το κίτρινο σαν ηλιοτρόπιο,
που είναι γλυκό σαν μέλι,
με τις γαλάζιες χάντρες,
φεύγεις μακριά, ..
να κρύψεις τον φλογερό τραυματισμό σου,
την έσχατη προδοσία,
τη σιχαμερή συκοφαντία,..

Δραπετεύεις μυστικά, ..
τρέχεις σαν το φως που αποφεύγει το σκοτάδι,
γλυστράς ανάμεσα στα εμπόδια,
μιας αβάσταχτης αμαρτίας,
μιας ασφυχτικής κοινωνίας,
μιας οδυνηρής τιμωρίας, ..

Κανείς δεν σε είδε που απομακρύνθηκες,
τόσο μακριά από σένα,
να 'ρθεις κοντά σε μένα,
μέσα στην αγωνία σου,
να βρεις καταφύγιο,
να θυμηθείς τις όμορφες στιγμές σου, ..

Τώρα διατηρώντας άσβεστη τη μνήμη σου,
από όλα τα δεινά σου,
ελπίζεις να μη πεθάνεις χωρίς να μάθεις,
ότι η ζωή όταν την αγαπάς,
δεν έχει κανέναν άλλο μάρτυρα,
παρά μονάχα εσένα, ..

© Yannis Koukakis
Δείτε το ιστολόγιο του Γιάννη Κουκάκη εδώ.

Το πουθενά μου

Ένα βιβλίο, δύο ζωές.
Η πρώτη ξεκίνησε με τη βιολογική της γέννηση, αλλά χωρίς να έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τους γονείς της, και τελείωσε αναπάντεχα και άδικα. Είναι η ζωή που της έμαθε τρεις γλώσσες, που τη μόρφωσε, που ερωτεύθηκε τον Μάνο της μαγεμένη από την αύρα της Σαντορίνης.
Η δεύτερη ξεκίνησε όταν πρωτοάνοιξε τα μάτια της μέσα σε ένα ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου. Όταν αντίκρισε τα δακρυσμένα μάτια εκείνων που την αγαπούσαν, εκείνων που ξενύχτισαν στο προσκεφάλι της τις βραδιές του μεγάλου της ύπνου, εκείνων που προσευχήθηκαν τόσο... αλλά που εκείνη δε τους γνώριζε πια. Η δεύτερη ζωή ξεκίνησε χωρίς μνήμη ή παρελθόν στην Κούβα, με τον Ουμπέρτο.
Σε τούτη τη ζωή θα δώσει τις μεγάλες της μάχες. Θα παλέψει για τη ζωή της αλλά περισσότερο με εκείνη την ίδια. Και θα αγαπήσει στο απόλυτο, στο υπέρτατο. Θα ερωτευθεί τρελά έναν άγνωστο...
Τούτη η ζωή θα γεμίσει από τα «πάντα» αλλά και από το «τίποτα».

«Τι είναι πιο τραγικό; Μια ζωή που δεν θυμάσαι ή η ζωή να σου θυμίζει πως δεν μπορείς να ξεχάσεις;»

Αλήθεια, τι είναι πιο τραγικό; [tweet me]
Κι εκείνο το "πουθενά" μας... τόσο μακριά και τόσο δίπλα μας! Πόση ανάγκη και πόση δίψα; Πόσα δάκρυα, πόσες στιγμές; Πόσο παρόν και πόσο μέλλον;

Ένα βιβλίο που κρύβει την ανθρώπινη ιστορία της Αντιγόνης και την υπεράνθρωπη ενόρασή της, σε ένα γαϊτανάκι με κορδέλες σε κάθε χρώμα που μπλέκονται από εκείνους που κρατούν τις άκρες. (ή από ένα μπερδεμένο μυαλό;) Ένα μυθιστόρημα που στοιχειώνει μνήμες και απώλειες ή εκείνους τους "ανύπαρκτους" φίλους των παιδικών μας χρόνων... Για το μεγαλείο της αγάπης και του υπέρτατου έρωτα. Για την προσπάθεια του ανθρώπου να είναι κάποιος, να ανήκει κάπου, να αγαπιέται, να έχει μέλλον, να έχει παρελθόν... Για το παντού και το πουθενά. Ένα βιβλίο δύσκολο να χρωματίσεις με λόγια χωρίς να το προδώσεις στον μελλοντικό του αναγνώστη και ένα κείμενο που αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή σε βάθος και με τρόπο τέτοιο ώστε να προβάλλει πτυχές που κρύβονται εκεί.

Η Κωνσταντίνα Σανδάλη έβαλε την ιστορία,  τις λέξεις. Η Εύα Πελεκίδου τα χρώματα στον πίνακα που στόλισε το εξώφυλλο.

Στη κουβέντα μας, η Εύα Πελεκίδου, μου εξηγεί ότι ο πίνακας προϋπήρχε του βιβλίου -πριν από δώδεκα χρόνια ζωγράφισε την κουμπάρα της- και η Κωνσταντίνα ήταν εκείνη που τον επέλεξε για να κοσμήσει το εξώφυλλο.
»Με την Κωνσταντίνα γνωριστήκαμε σε μια έκθεση ζωγραφικής, της Κατερίνας Κανελλάκου.»
Παρατηρώ ότι τα έργα της έχουν αναφορές στο γυναικείο φύλο και εκείνη μου συμπληρώνει συμφωνώντας ότι: «Ναι, στα έργα μου πρωταγωνιστεί η γυναικεία φύση σε όλες τις μορφές της και σε κάθε εποχή.»

«Η επιθυμία μου είναι να γίνομαι κάθε φορά καλύτερη, προσπαθώντας μέσα από τέχνη να φτάσω εκεί που δεν μπορώ να φτάσω.»
Τη σύντομη ηλεκτρονική μας συνάντηση οριοθετεί εκείνη με κάτι από τη συγγραφέα:

«Κλείνοντας θα δανειστώ κάτι από το βιβλίο της Κωνσταντίνας που αγαπώ ιδιαίτερα:
Είμαι ένα πλάσμα που δεν νοεί να ζει μόνο με την πραγματικότητα. Έχω και ένα κόσμο παράλληλο... »
Λεπτομέρειες και έργα της Εύας Πελεκίδου
Από το βιογραφικό της:
Η Εύα Πελεκίδου ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Στα έργα της η γυναικεία φύση, ο έρωτας και τα ανθρώπινα πάθη αποδίδονται με ρεαλισμό και σουρεαλισμό. Η Ελληνικότητα στην έκφρασή της είναι προϋπόθεση, και ο κόσμος της αποτελείται άλλοτε από σκηνές καθημερινότητας, άλλοτε από τελετουργικές πρακτικές λατρείας γυναικείων θεοτήτων, ιερειών, νυμφών... ιδωμένων μέσα από το πλέγμα των μύθων και των ιστοριών των αρχαίων Ελλήνων. Παρακολούθησε σεμινάρια συντήρησης ελαιογραφίας με καθηγητή τον Δημήτριο Μαργαριτόφ και μαθήματα ζωγραφικής στο εργαστήριο της ζωγράφου Gilda Fraumkin και στο Πνευματικό Κέντρο Βούλας. Έργα της βρίσκονται στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών (Απείρανθος) Νάξου, και σε ιδιωτικές Συλλογές σε Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πρόσφατα προσέφερε έργο της σε έκθεση Ελλήνων Καλλιτεχνών στο Σικάγο ΗΠΑ.
Έχουν δημοσιευτεί έργα της σε εφημερίδες, περιοδικά και σε πολλά Εικαστικά Ημερολόγια.
ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ:
2002: Πολιτιστικό Κέντρο Αλίμου – Ο Παράδεισος του Ονείρου... φυλλορροεί, 2010: Βούλα – Art Gallery Café – Αναδρομική Έκθεση, 2012: Αθήνα, Athina 2 Gallery, Μήδεια, μυθικές γυναικείες μορφές.
Διάφορες ομαδικές εκθέσεις συμπληρώνουν το βιογραφικό της.
Είναι μέλος πολλών εικαστικών συλλόγων.
Πορτραίτο της Κωνταντίνας Σανδάλη δια χειρός Εύας Πελεκίδου.
Δείτε εδώ την πρώτη συνάντησή μου με την Κωνσταντίνα Σανδάλη.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Τσαρλς Πλάιμελ)

Ο Τσαρλς Πλάιμελ γεννήθηκε σ' ένα αγρόκτημα κοντά στο Χώλκομπ του Κάνσας. Ανάμεσα στους προγόνους του συγκαταλέγονται ένας Εγγλέζος πειρατής κι ένας μάγος από τη φυλή Τσερόκη. Παράτησε το σχολείο νωρίς και δούλεψε σαν οδηγός θεριστικής μηχανής από το Τέξας μέχρι τον Καναδά, στην κατασκευή αγωγών πετρελαίου στη Γιούμα της Αριζόνα, σαν ειδικός στις ανατινάξεις σ' ένα φράγμα στον ποταμό Kολoύμπια στο Όρεγκον, σαν καβαλάρης σε ροντέο στα νοτιοδυτικά.  Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο κολλέγιο στην Ουϊτσίτα του Κάνσας έμαθε τη δουλειά του τυπογράφου. Το 1963 πηγαίνει στο Σαν Φραντζίσκo όπου δουλεύει σαν λιμενεργάτης και παράλληλα τυπώνει και εκδίδει πολλά περιοδικά (NOW, The Last Time, και μαζί με τον Claude Pelieu και τη Mary Beach το "86" και το Bulletin From Nothing). Μετά τις δυο πρώτες του ποιητικές συλλογές -Apokalypse Rose και Neon Poems παίρνει υποτροφία από το πανεπιστήμιο. Από το 1974 ζει στο Τσέρρυ Βάλλεϋ της Νέας Υόρκης και εκδίδει τα περιοδικά Goldspring Journal και Northeast Rising Sun. Στο μικρό του εκδοτικό οίκο έχουν εκδοθεί βιβλία των Βurrοughs, Beach και Pelieu. Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα ποιητική συλλογή του είναι The Trashing Of America (1975). Το μυθιστόρημά του The Last Of The Moccasins (City Lights, San Francisco 1975) έχει χαρακτηριστεί από τον Ken Kesey σαν το "On The Road" της δεκαετίας του '60.

Ηλεκτρονικά ή έντυπα βιβλία;

Δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά. Δεν έχω αποφασίσει αλλά, δε σας κρύβω, δεν έχω εντυπωσιαστεί με ένα ηλεκτρονικό βιβλίο.

Μου λείπει το χαρτί και η μυρωδιά. Μου λείπει η αφή, το χάιδεμα. Μου λείπει το τσάκισμα της σελίδας για να μη τη χάσω και οι υπογραμμίσεις ή οι σημειώσεις στα περιθώρια με το μολύβι.

Γενικά, δεν είμαι άνθρωπος που έχει εμμονές με το παρελθόν. Το αντίθετο. Μου αρέσει και παρακολουθώ την εξέλιξη, την τεχνολογία. Ενημερώνομαι και προσαρμόζομαι άμεσα.
Στο θέμα του βιβλίου όμως... Χμμ... Μου αρέσουν οι τόμοι που στολίζουν τη βιβλιοθήκη μου. Μου αρέσει το ξεφύλλισμα. Μου αρέσει το άγγιγμα. Μου αρέσει να βλέπω το κάθε ένα από τα βιβλία μου με το δικό του σχήμα, μέγεθος, χρώμα, εξώφυλλο... πράγματα και αισθήσεις που δε μπορείς να δεις και να έχεις όταν διαθέτεις μια ηλεκτρονική μορφή της βιβλιοθήκης σου.

Από την άλλη όμως, αν έπρεπε να φύγω τρεις μήνες και ήθελα να έχω μαζί μου μερικά βιβλία για να απασχολώ το μυαλό και τη φαντασία μου τις χαλαρές μου ώρες ή αν έπρεπε να έχω μαζί μου αρκετά βιβλία για εκπαιδευτικούς ή εργασιακούς λόγους, τι θα έκανα; Κανείς δε μπορεί να ταξιδέψει με δέκα ή είκοσι βιβλία στις αποσκευές του. Και μη σας πω για εκείνον που αλλάζει σπίτι και πρέπει να μετακομίσει τη βιβλιοθήκη του! Μια περίπτωση που την έζησα και είναι πιο κουραστική και ακριβή από όσο ακούγεται.
Μάλλον, θα κρατήσουμε και τις δύο μορφές. Δε νομίζω ότι ο άνθρωπος θα καταφέρει να "απεξαρτηθεί" από το έντυπο βιβλίο. Θα είναι πάντα εκεί επειδή είμαστε ρομαντικοί, επειδή καλύπτει κάποιες περιπτώσεις που η τεχνολογία αδυνατεί (όπως για παράδειγμα όταν δε μπορείς να εξαρτάσαι από μια μπαταρία ή έναν φορτιστή και όταν δεν υπάρχει μπρίζα κοντά σου), επειδή δε "χαλάει" ποτέ, επειδή έχει προσωπικότητα (όγκο, σχήμα, χρώμα, μυρωδιά και στυλ που το ηλεκτρονικό δε θα αποχτήσει ποτέ), επειδή μπορείς να το δωρίσεις σε κάποιον γράφοντας μια αφιέρωση -αξία ανεκτίμητη στο χρόνο και προσωπική, ιδιαίτερη, μοναδική σφραγίδα-, επειδή αν θυμώσεις μπορείς να το κομματιάσεις ξεσπώντας κι αν το λατρέψεις μπορείς να το στολίσεις και να το καμαρώνεις, επειδή είναι αρκετά φθηνό ώστε να του προσθέτεις κηλίδες από καφέ ή χυμό -στις παραλίες- ή λάδι, να το βρέχεις κατά λάθος και να σγουραίνουν τα φύλλα του -αλλά δε τρέχει τίποτα, κι έτσι διαβάζεται μια χαρά-, επειδή δε δημιουργεί ενοχλητικές αντανακλάσεις στην επιφάνειά του σε καμία περίπτωση κι έτσι το μόνο που χρειάζεσαι για να το απολαύσεις είναι λίγο φως... (Το τελευταίο μού φέρνει στο νου την εικόνα τού "λαθραίου" αναγνώστη κάτω από το πάπλωμα τις νύχτες με το φακό ή του πιτσιρικά που φοβάται τον σκύλο των Μπάρσκερβιλ.)

Τα "σημαδεμένα" βιβλία, από τους αναγνώστες τους, κερδίζουν εναντίων των μηχανών με όπλο την ανάμνηση και το ρομαντισμό των ανθρώπων, που πάντα θα "λυγίζουν"... μπροστά στις μικρές φθορές -επίτηδες επίκτητες ή από ατύχημα τυχαίες- που προκαλούνται πάνω στις χάρτινες σελίδες τους καθώς αλλάζουν χέρια μέσα στο χρόνο ή από το ξύπνημα που προκαλούν σε άλλες αισθήσεις και όχι μόνο στην όραση.
Από το βιβλίο "Αλήθεια τα τρως ακόμα τα νύχια σου;" της Ελένης Γκίκα
Η λατρεμένη μου Ελένη Γκίκα έχει τοποθετηθεί σχετικά από τα τέλη της δεκαετίας του 80, τότε που τα ηλεκτρονικά βιβλία ήταν από λιγοστά ως σπάνια. Στο "Αλήθεια τα τρως ακόμα τα νύχια σου;" αναφέρει, κατά την πρώτη επαφή τής ηρωίδας της με ένα ηλεκτρονικό βιβλίο: "Χαμογελώ αμήχανα και αρνούμαι να το διαβάσω. Το θεωρώ σαν χρέος μου, δηλαδή, αυτό στην "Άννα Καρένινα", στον "Ηλίθιο" και στο "Μικρό πρίγκιπα" που με συντρόφευε παιδί. Το θεωρώ σαν υποχρέωσή μου σ' όλους εκείνους τους αντιγραφείς που μήνες και χρόνια έγραφαν στους πάπυρους χειρόγραφα. Το θεωρώ σαν προσβολή στις κίτρινες πολυκαιρισμένες σελίδες που υπογράμμισα και τσάκισα, που μύρισα, αγάπησα και μ' έμαθαν να ονειρεύομαι. Γιατί το βιβλίο είναι και αφή και οσμή. Σαν την κούκλα μου είναι, εκείνη την πρώτη που λάτρευα και μύριζε καρύδα, και ας την κούρευα, τότε, συνέχεια. Όπως του μάγκα το κομπολόι είναι. Και σαν το κομποσκοίνι των Χριστιανών."


Πείτε τη γνώμη σας, συμπληρώστε και στείλτε τη φόρμα που θα βρείτε παρακάτω και κερδίστε όμορφα ebooks για τον ελεύθερο χρόνο σας. [tweet this]
Διαβάστε προσεκτικά αυτές τις οδηγίες:
Το koukidaki προσφέρει κλασικά βιβλία, στην ηλεκτρονική τους μορφή, στους βιβλιόφιλους αναγνώστες του για την αγάπη, την αφοσίωση και την προτίμησή τους. Οι τυχεροί θα προκύπτουν μέσα από κληρώσεις που θα γίνονται κάθε Τετάρτη, με πρώτη κλήρωση την δεύτερη Τετάρτη του Σεπτέμβρη, μέχρι να εξαντληθούν οι τίτλοι. Δε μπορείτε να ζητήσετε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο. Τα βιβλία θα δίνονται με τυχαία σειρά και ανάλογα με τη διαθεσιμότητα. Κάθε Τετάρτη, μετά την κλήρωση, θα ανακοινώνονται τα ονόματα των τυχερών ενώ θα σβήνονται οι συμμετοχές τους από τη λίστα. Με μία συμμετοχή θα λάβετε μέρος σε όλες τις κληρώσεις. Δε χρειάζεται να στείλετε πολλαπλές συμμετοχές εκτός κι αν στο μεταξύ έχει αλλάξει η ηλεκτρονική σας διεύθυνση. Μη ξεχάσετε να πείτε τη γνώμη σας (ηλεκτρονικό ή έντυπο βιβλίο) και ό,τι άλλο θέλετε προς το koukidaki. Τα καλύτερα σχόλια ενδέχεται να δημοσιευθούν.

Τύχη καλή. Όμορφα ταξίδια του νου και της ψυχής.
Διάφορα εξώφυλλα του κλασικού "Έγκλημα και Τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι

Σύνδεσμοι:

Φόρμα συμμετοχής στις κληρώσεις.

Το προσωπικό μου προφίλ στο facebook όπου θα γίνονται οι κληρώσεις.

Αποτελέσματα ψηφοφορίας μέχρι αυτή τη στιγμή[1] σύμφωνα με τους χρήστες που έλαβαν μέρος στις κληρώσεις των βιβλίων συμπληρώνοντας τη φόρμα συμμετοχής:

Ηλεκτρονικό βιβλίο: 0%

Έντυπο βιβλίο: 43%

Και τα δύο: 57%


Προτείνω: "Έγκλημα και τιμωρία", Φ. Ντοστογιέφσκι.
«Κι όμως, η ζωή υπάρχει! Κι εγώ, ζωντανός δεν είμαι αυτή, εδώ τη στιγμή; Η ζωή μου δεν τέλειωσε μαζί με τη γριά! Ορίστε, της χαρίζω τη Βασιλεία των Ουρανών -και τώρα άσε με ήσυχο, κυρά μου!»
Θεωρείται ένα από τα μεγάλα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διδάσκεται σε πολλές σχολές Ψυχολογίας.


[1]:Τα αποτελέσματα ανανεώνονται κάθε Τετάρτη μετά την κλήρωση.

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Σάντυ Κυριακή ΗλιάδουΝατάσσα ΕξάρχουΓιώργος ΓιαντάςΚέλλυ ΚαϊμάκηΣτέλιος ΜοίραςΜαρία ΚατσούπηMo Hayder
Γιάννης ΦιλιππίδηςΕυδοκία ΣταυρίδουΠαναγιώτης ΝτούσκαςPaullina SimonsΒασιλική ΦράγκουΓεώργιος ΤζιτζικάκηςΠόλυ Μοσχοπούλου
Κερδίστε ως και πέντε μυθιστορήματαΧρυσούλα ΒακιρτζήΧρήστος ΠαπουτσήςΜαριάνα ΝικολιδάκηΧριστόφορος ΤριάντηςΓρηγόρης ΤριγλίδηςKate Saunders