Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Νίλι Τσερκόφσκι)

Ο Νίλι Τσερκόφσκι γεννήθηκε το 1945 στη Σάvτα Μόνικα. Αρχικά ξεκίνησε σπουδές θεολογίας για να γίνει ραβίνος, ανακατεύτηκε όμως στο κίνημα διαμαρτυρίας για τον πόλεμο του Βιετνάμ και παράτησε τη θεολογική σχολή και το καλό της. Από το 1961 μέχρι το 1965 εκδίδει το ποιητικό περιοδικό Black Cat Review και αργότερα με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι το περιοδικό Laugh Literary & Man The Humping Guns. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές κι έχει γράψει τη βιογραφία του Λώρενς Φερλινγκέτι.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Τσαρλς Μπουκόφσκι)

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι υπήρξε για χρόνια ο λυρικός και αφηγηματικός τροβαδούρος του λογοτεχνικού περιθωρίου. Επιθετικός και συχνά μ' ένα παραμυθένιο ρεαλισμό, αισχρός, βωμολόχος και ασυνήθιστα πνευματώδης, περιγράφει την άλλη πλευρά του Αμερικάνικου Όνειρου, αυτήν που οδηγεί στον Αμερικάνικο Εφιάλτη. Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι ήρθε στον κόσμο στα 1920, στο Άντερναχ της Γερμανίας, από Πολωνογερμανούς γονείς. Όταν έγινε δυο χρονών οι γονείς του μετανάστευσαν στις Ην. Πολιτείες. Έζησε σκληρά παιδικά χρόνια. Μέλος σε συμμορίες νεαρών, αναμορφωτήριο, φυλακή, απόπειρες αυτοκτονίας. Βιβλία: Flower, Fist and Bestia Wail (1961), Longshot Poems for Broke Players (1962), It Catches Μy Heart in Its Hands (1963), Crucifix in a Deathhand (1965), Cold Dogs in the Courtyard (1965), All the Assholes in the WorJd and Mine (πρόκειται για την περιγραφή μιας εγχείρισης αιμορροΐδων) (1966), Poems Written Before Jumping Out of an 8 Story Window (1968), At Τerror Street and Agony Way (1968), The Notes of a Dirty Old Man (1969) κ.α.

Στα παραμύθια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πανέμορφη πριγκιποπούλα και ένα πανέμορφο βασιλόπουλο και μετά από έναν κεραυνοβόλο έρωτα και μια σκληρή μάχη με το κακό, βγήκαν νικητές και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Αυτά στα παραμύθια.

Σε όλα τα παραμύθια εκτός κάποιων εξαιρέσεων που γράφτηκαν από μανιοκαταθλιπτικούς -δεν εξηγείται αλλιώς(;)- συγγραφείς που ξέβρασαν όλη τη θλίψη τους πάνω στους χάρτινους ήρωές τους και που οι εκδότες ονόμασαν παραμύθια σε μια ύστατη προσπάθεια να τα ξεχωρίσουν από την πραγματική ζωή.
Κι έτσι έμεινε το κοριτσάκι με τα σπίρτα μόνο, ξυπόλυτο, βρώμικο, νηστικό να τουρτουρίζει μια παγωμένη χειμωνιάτικη βραδιά Χριστουγέννων. Καθόλου τυχαία επιλογή αν σκεφτείς ότι η βραδιά των Χριστουγέννων προκαλεί τις περισσότερες αυτοκτονίες μοναχικών ανθρώπων από κάθε άλλη μέρα του χρόνου. 
Φαντάσου ένα παιδάκι που κρυώνει από το χιόνι, χωρίς σπίτι, χωρίς δικούς του ανθρώπους, χωρίς φαγητό, χωρίς ζεστά ρούχα, ξυπόλυτο, αβοήθητο -όλοι το περιφρονούν και το διώχνουν, αν θυμάσαι- να ανάβει τα σπίρτα που πουλάει, για να βγάλει μία φραντζόλα ψωμί, σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή. Οι λάμψεις των σπίρτων τού προκαλούν οράματα. Ονειρεμένες εικόνες από τελείως βασικά και αυτονόητα πράγματα για όλα εκείνα τα παιδιά που θα διαβάσουν την ιστορία του.
Το πιο σκληρό πρόσωπο της ζωής στο πιάτο όλων των παιδιών. Το πιο σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας που έφτιαξαν οι "πολιτισμένοι" άνθρωποι για να στεγάσουν τον πολιτισμό και το επίπεδό τους. Ό,τι πιο θλιβερό έχει συμβεί στον κόσμο τούτο με πρωταγωνιστή ένα πλάσμα που δεν έσφαλε και δεν έφταιξε ποτέ. Πότε να προλάβαινε;
Ένα αγγελικό παιδικό προσωπάκι που καταδικάζεται σε αργό και βασανιστικό θάνατο για κρίματα που δε γνώρισε, για λάθη που δεν έκανε, για αμαρτίες που δε ξέρει...
Κι αυτό το ονομάζει παραμύθι! Εδώ κύριε, γράφει για ένα παιδάκι που πεθαίνει αβοήθητο την βραδιά των Χριστουγέννων πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο της πόλης! Και δεν έχει καμία σημασία, ποιας πόλης.
Που το είδε το παραμύθι ο άλλος;

Το κακό υπάρχει παντού. Και σε κάθε παραμύθι, γιατί, πως αλλιώς θα έλαμπε το καλό; Και ό,τι υπάρχει στη ζωή οφείλει να έχει μια θέση στον κόσμο των παραμυθιών προς παραδειγματισμό.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι... σα να έχει ένα δίκιο ο εκδότης. Μέρος του κόσμου μας είναι τα φτωχά, ορφανά, ξυπόλυτα παιδάκια. Μέρος του κόσμου και οι αγενείς κύριοι με τα κοστούμια και τις κολόνιες που δε δίνουν δεκάρα στο άπορο παιδί. Μέρος του κόσμου και οι παχουλές, τροφαντές κυράδες των καλών οικογενειών που περνούν γρήγορα και περιφρονητικά μπροστά από το βρώμικο κορίτσι. Μέρος του κόσμου οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Μέρος του κόσμου η άνιση μοιρασιά του πλούτου -ψυχικού και υλικού- και μέρος του κόσμου μας το όνειρο που κρατά άσβεστη μια φλόγα (ή μήπως το αντίθετο;)...
Ποιος υποσχέθηκε ότι όλα τα παραμύθια θα έχουν καλό τέλος;
Μερικά θα τελειώνουν με ήττα, με χάσιμο, με αδικία, με θάνατο. Για να διδάξουν κάτι στα παιδιά. Ότι δε νικάει πάντα το καλό.
Τέλος.

Από τη συλλογή «ΔιαΔύο»

Copyright © από μια γωνιά του σύμπαντος όπου κατοικούν οι σκέψεις του μυαλού μου. Εδώ και τώρα.

Ιόλη (VIII)

Κεφάλαιο όγδοο


Το πρωινό έφτασε και εκείνοι έπρεπε να οργανώσουν το σχέδιό τους.
Ο Ορφέας ετοιμάστηκε πρώτος, πήρε μια κόλα χαρτί και άρχισε να γράφει και να σχεδιάζει. Η Ιόλη παρατηρούσε με υπομονή αλλά με έντονη αγωνία...

-Λοιπόν, της απευθύνθηκε ξαφνικά. Άκου προσεχτικά. Ξεκινάμε από δω με τις βαλίτσες σαν να φεύγουμε άνετοι. Αυτοί σίγουρα θα μας ακολουθούν σωστά;

-Σωστά. Του απάντησε.

-Υπάρχει μια πάροδος στην κεντρική πλατεία. Θα προσπαθήσω να μας χάσουν. Αν τα καταφέρω, θα αργήσουν πρωτίστως να έρθουν στο αεροδρόμιο. Αν παρ’ όλα αυτά έρθουν και πάλι στην ώρα τους, θα γίνει το σκηνικό με την ουρά στο αεροδρόμιο. Είναι μιλημένος ένα αστυνομικός φίλος του χθεσινού παιδιού που θα μας αλλάξει τα εισιτήρια...

-Ωραία τα λες, μακάρι να γίνουν στην πράξη.

-Θα γίνουν. Τα υπόλοιπα του σχεδίου θα στα λέω εκείνη τη στιγμή που πρέπει. Έτσι; Δεν θέλω πανικό. Θέλω να είσαι ήρεμη, σαν να μην τρέχει τίποτα.

-Οκ...

Έτσι λοιπόν τελειώσαν όλες τις ετοιμασίες , και ξεκινήσανε. Χωρίς βαλίτσες για να τους μπερδέψουν. Ο Ορφέας το σκέφτηκε τελευταία στιγμή. Άσε τις βαλίτσες εδώ. Θα πω του φίλου μου να μας τις στείλει άλλη ώρα, της είπε.


Σε όλη την διαδρομή ένα τζιπ ασημί, τους ακολουθούσε συνεχώς. 

-Αυτοί πρέπει να είναι, είπε ο Ορφέας.

-Τι κάνουμε;

-Φτάνουμε στην πάροδο. Θα δεις. Σε τόσο στενό δρομάκι μόνο εμείς με το μηχανάκι χωράμε. Το τζιπ θα μας χάσει...

-Οκ. Να δούμε λοιπόν.

Το σχέδιο πέτυχε όπως το θέλανε. Για αρκετή ώρα τους χάσανε και είχαν μπερδευτεί.
Ωστόσο αργότερα τους ξαναεντόπισαν στο αεροδρόμιο.
Όταν το κατάλαβαν τα παιδιά, πήγαν και βρήκαν τον αστυνομικό που τους έλεγε χθες ο φίλος τους. Του εξήγησαν τι γίνεται, είχαν και το ίδιο σουλούπι με τον Ορφέα, οπότε σκέφτηκαν κάτι πολύ έξυπνο. Αντάλλαξαν ρούχα, έβαλε εκείνος τα ρούχα του αστυνομικού και ο αστυνομικός τα ρούχα του Ορφέα. Κόλλησε και μια ψεύτικη γενειάδα και ήταν σαν δυο σταγόνες νερό. Στην ουρά για Ελλάδα περίμενε λοιπόν ο ψεύτικος Ορφέας και ο κανονικός πήρε άνετα και ωραία την αδελφή του και μπήκαν με τα νέα εισιτήρια στο αεροπλάνο που μόλις έφευγε για Παρίσι.
Eiffel Tower oil painting by Arnold Chao
Μόλις κάτσανε πια στις θέσεις τους, ηρεμήσανε και νιώσανε ήσυχοι. Κοιτάχτηκαν και σκάσανε στα γέλια.

-Πολύ θα ήθελα να δω τις μούρες τους!

-Αμ, εγώ; Γέλασε με την ψυχή της και η Ιόλη.

Εκείνη τη στιγμή δυο χέρια ακούμπησαν τους ώμους τους.

-Τι κάνουν τα παιδιά; Τα καταφέρατε, ε;

-Μαμά; Κάνανε και οι δυο μαζί.

-Ναι εγώ... σιγά μην σας περίμενα στην Ελλάδα, με αγχώσατε καλά καλά και θα καθόμουν στο σπίτι μου σαν να μην τρέχει τίποτα; Μαζί θα γυρίσουμε να σας προσέχω.

-Είσαι απίστευτη, της είπε η Ιόλη.

-Καλά καλά... 


Το ταξίδι με την παρέα τους φάνηκε σύντομο... Φτάσανε Παρίσι, και από κει κατευθείαν θα φεύγανε για Ελλάδα κανονικά. Ωστόσο δεν άντεξαν και πήγαν μια μικρή βόλτα για καφέ. Ήταν σε ψηλό πάτωμα και βλέπανε πολλά. Ο πύργος του Άιφελ φάνταζε τεράστιος και χαλάρωσαν στην θέα νέων εικόνων.
Έπρεπε να φύγουν σύντομα όμως για να μην χάσουν το αεροπλάνο.

Εν τω μεταξύ στη αποβίβαση του πρώτου αεροπλάνου για Αθήνα, περικύκλωσαν κάποιοι τον ψεύτικο Ορφέα δηλαδή τον φίλο τους τον αστυνομικό. Εκείνος χωρίς να χάσει καιρό τους έπιασε, τους είπε ότι είναι της αστυνομίας και τους οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα. Έπρεπε να μάθει για τα παιδιά, ποιοι τους βάλανε. Όταν ομολόγησαν πήρε τον Ορφέα τηλέφωνο.
Εκείνη την ώρα φτάνανε στον έλεγχο των εισιτηρίων. 

-Ορφέα, εγώ είμαι ο Στάθης. Λοιπόν ο πατέρας της Ιόλης τους έχει βάλει.

-Είχα δίκιο λοιπόν! Με έχει πάρει για εχθρό. Πρέπει να γίνει μία κουβέντα μαζί του και με τον δικό μου πατέρα βέβαια.

-Αυτοί δεν παίρνουν από λόγια βρε παιδιά. Όπως μου τα έχετε διηγηθεί φαίνονται πεισματάρηδες και εκδικητικοί. Έχω ένα σχέδιο. Ελάτε και θα σας βοηθήσω να το οργανώσουμε!

-Ωραία, ευχαριστούμε Στάθη!


Ο πατέρας της Ιόλης ήταν σαν αγρίμι στο κλουβί. Είχε μάθει ότι πιάσανε τα παλικάρια του, είχε μάθει και ότι ο Ορφέας με την κόρη του γυρίζανε ήσυχοι και καλοπερνούσαν και ήταν να σκάσει.

Την πόρτα του γραφείου του χτύπησε ξαφνικά ο Στάθης. Του είπε να τον ακολουθήσει στο τμήμα. Ήθελε να τον τρομάξει. Έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιο που είπε στον Ορφέα.
Εκεί τον άφησε με δυο αστυνομικούς να τον ανακρίνουν για τους λόγους που κυνηγάει τα παιδιά. Έφεραν και τους τύπους που εκείνος είχε βάλει να τους παρακολουθούν. Τον ξεψάχνισαν για τα καλά. Ακόμα και για άδεια οπλοφορίας τον ρώτησαν, για τα πάντα.
Μέχρι να φτάσουν τα παιδιά στην Αθήνα αυτός είχε προχωρήσει αρκετά χαλώντας την φήμη του πατέρα του Ορφέα. Ο σκοπός, και ειδικά αν είναι για καλό, αγιάζει τα μέσα. Με κομμένα φτερά, θα ξεχάσει και κείνος τα μίση και δεν θα τα βάζει με τον αδελφό του επιθυμώντας να πάρει την θέση του. Αν για μία θέση γίνονται τόσα καλύτερα να μην υπάρχει αυτή η θέση.
Θα τα τελείωνε λοιπόν όλα και όταν γυρίζανε τα παιδιά, θα τους εξηγούσε τι κατάφερε.

Η είδηση εξάλλου το πρωί θα έσκαγε σαν βόμβα και θα γινόταν γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Ένα μικρό ψέμα, που έβγαζε καταχραστή τον πατέρα του Ορφέα και θα τον οδηγούσε σε παραίτηση.

Όλα θα γίνονταν πλέον όπως τα θελαν ο Ορφέας και η Ιόλη. Να έχουν επιτέλους μία κανονική ζωή. Την ζωή που δεν έζησαν...



Copyright © Εύη Καφούρου. All rights reserved. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Νάιλα Νόρθσαν)

Η Νάιλα Νόρθσαν είναι ινδιάνα της φυλής των Shoshone-Paiute της Νεβάδας. Σήμερα, η 35χρονη* ποιήτρια ζει με τον ποιητή Κερκ Ρόμπερτσον σε ινδιάνικο καταυλισμό. Οι δυο τους εργάζονται στον αυτοδιαχειριζόμενο οικισμό και εκδίδουν μαζί την εφημερίδα Scree. Έχει γράψει το βιβλίο "DIET PEPSI & NACHO CHEESE".

Λεβάντα

Όλα ξεκίνησαν όταν εντοπίστηκε αδιευκρίνιστη ενοχλητική μυρωδιά από τη μύτη μου προερχόμενη από το μπάνιο μου. Αρχικά, αντιμετωπίστηκε με ένα νέο αρωματικό χώρου (ναι, και στο μπάνιο... γιατί όχι;) το οποίο δεν "άντεξε" στην κακιά μυρωδιά παραπάνω από δύο μέρες και αντικαταστάθηκε με του-μπο-φλό κρύου νερού που έπεσε μέσα σε όλες τις τρύπες του δωματίου προς αντιμετώπιση των δυσάρεστων οσμών. Αφού ξεβούλωσα νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα και σιφόνι, όλα από δύο φορές -μετά το του-μπο-φλό κρύου νερού έγινε μια επαναληπτική διαδικασία και με το του-μπο-φλό βραστού νερού (όσο να πεις είναι πιο αποτελεσματικό)- αλλά χωρίς το πολυπόθητο αποτέλεσμα, σκέφτηκα να κλείσω το παράθυρο του φωταγωγού. Ε,ναι. Εκείνη τη στιγμή ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η κακιά μυρωδιά ερχόταν από έξω.
Monique Straub, A lavender breeze
Δεν ερχόταν απ' έξω. Εξακολουθούσε ακάθεκτη να ταλαιπωρεί τα ρουθούνια μου και την υπομονή μου.
Απελπισμένη, όπως ήμουν, έπεσα στα τέσσερα και πλησίασα τη μύτη μου κοντά -όσο πιο κοντά μπορούσα- σε κάθε γωνιά του μπάνιου μου. Την πέρασα πάνω από το σιφόνι -μέχρι εκείνη τη στιγμή δε με είχε πείσει απόλυτα το "ξεβούλωμα" ότι δε βρωμάει η αποχέτευση- και μια γύρα το πλυντήριο, την βούτηξα στην μπανιέρα -που μοσχοβόλαγε σαπούνια- και αμέσως παραπέρα δίπλα στο επιδαπέδιο ντουλαπάκι που... γιαξ! Μου ήρθε ασφυξία. Αλλά, δεν είμαι αρνητικός άνθρωπος και θέλοντας να δω τη θετική πλευρά των πραγμάτων, δε γκρίνιαξα καθώς είχα εντοπίσει τη πηγή.

Ανοίγω με μιας το ντουλάπι και πετάω έξω όλο το περιεχόμενο. Το δάπεδο γεμίζει με μπουκάλια απορρυπαντικών γενικής και ειδικής χρήσης, ρολά από χαρτί υγείας, σφουγγάρια, σφουγγαρίστρες, ξεσκονόπανα, τζαμόπανα, φακελάκια του-μπο-φλο (ναι, είχα κι άλλα, είναι χρήσιμα, δε λέει να ξεμένεις από δαύτα), καινούργιες οδοντόκρεμες και οδοντόβουρτσες, σερβιετάκια και ταμπόν, τσιμπιδάκια με πεταλουδίτσες (πεταλουδίτσες;), υγρά σαπούνια χεριών, σαμπουάν και μαλακτικό μαλλιών, άζαξ για τα τζάμια, χλωρίνες (μία με λεμόνι και μία σκέτη), λούστρο για παπούτσια, βουρτσάκια για παπούτσια, πανάκια παπουτσιών, ανταλλακτικά παρκετέζας, πλάκες σαπούνια, κουβάς σφουγγαρίσματος, σφουγγαρίστρα, παρκετέζα, ξεσκονόπανο τηλεόρασης (θέλει ειδικό, έχει οθόνη led), υγρά μαλακτικά ρούχων σε τρία αρώματα, ταμπλέτες αποσκληρυντικές πλυντηρίου, ταμπλέτες καθαριστικές λεκάνης, υγρό καθαριστικό-απολυμαντικό λεκάνης (παπί), πανάκια χρωμαπαγίδας για το πλυντήριο, ληγμένο αφρόλουτρο (ίσως παίρνω κάτι περισσότερο από το αναγκαίο), πακετάκια με χαρτομάντηλα, πακετάκια με μπατονέτες, πακετάκια με δίσκους ντεμακιγιάζ, σακουλάκι με μπαμπάκια... Να θυμηθώ να οργανώσω καλύτερα αυτό το ντουλάπι και να μην αγοράζω περισσότερα από όσα χρειάζομαι, αλλά, εδώ που τα λέμε, όλα τα παραπάνω χρειάζονται.
Τέλος πάντων, έχω καλύψει το πάτωμα τριγύρω με το περιεχόμενο αλλά δεν έχω βρει ακόμη την πηγή της οσμής, ούτε και τίποτα το περίεργο μέσα στο ντουλάπι. Απελπισμένη ξαναχώνω τη μύτη μου στο ερμάρι και μου φράζει τα ρουθούνια η λεβάντα που έχει ψιλοστάξει από το μπουκάλι με το μαλακτικό των ρούχων. Κάτι που να σχετίζεται με μπόχα δε βρίσκεται εκεί μέσα και, τούτη είναι η στιγμή που, τσαντίζομαι ακόμη περισσότερο καθώς έχω δημιουργήσει ένα μπάχαλο στο δωμάτιο χωρίς λόγο. Όμως, η απαίσια μυρωδιά υπάρχει και μου 'ρχεται να σκάσω που αδυνατώ να την εντοπίσω. 
Σε μια ύστατη προσπάθεια -που τη λες και απελπισία- πέφτω στο πάτωμα και στριμώχνω το μάτι μου κάτω από το ντουλάπι. Δε βλέπω τίποτα αλλά οι ρινογόνοι αισθητήρες μου παίρνουν φωτιά. Η μπόχα κάνει αισθητή την παρουσία της και η αποφορά της μου φέρνει ίλιγγο, αναγούλα και εμετικές αναταράξεις.
Ώστε, εδώ βρίσκεται... Βουτάω με τα δύο χέρια το ολόαδειο έπιπλο και το τραβάω μπροστά για να εμφανιστεί η πηγή του κακού. Τραβάω με δύναμη και αντέχω στην κακοφωνία του τριξίματος πάνω στα πλακάκια του μπάνιου. Έχω ξεμεσιαστεί από το τράβηγμα αν και δεν έχω καταφέρει να το μετακινήσω περισσότερο από είκοσι πόντους αλλά... όλα για τη μπόχα.
Και τότε, παρατάω το ντουλάπι και κοιτάζω από τη πίσω πλευρά.
Και το βλέπω. Μία μάζα σε χρώμα γκρι του γραφίτη είναι πεσμένη στη γωνία. Τι να είναι; Ο νους μου πάει σε ένα πανάκι με μικροίνες -πολύ εξυπηρετικό- που το έψαχνα πριν καιρό. Κοίτα πλάκα. Θα το είχα αφήσει κάπου πρόχειρα μέσα στο μπάνιο, μετά το πήρε κάνα ρεύμα και το έριξε εκεί πίσω που, προφανώς, δε το πήρα χαμπάρι και, πολύ πιθανό, μούλιασε εκεί στη γωνίτσα του από τους υδρατμούς του μπάνιου ή από το σφουγγάρισμα -μπορεί κι από εκείνη την υπερχείλιση που μου έκανε το πλυντήριο στο ξέβγαλμα μία φορά που έβαλα πολύ απορρυπαντικό (σχεδόν την τριπλάσια δόση) και άφρισε τόσο στις σωληνώσεις που δεν έφευγε με τίποτα- ... τελικά, παρέμεινε εκεί πεσμένο, βρεγμένο και μουχλιασμένο ώσπου άρχισε να ευωδιάζει περίεργα. Πάντως, τώρα θα το έπαιρνα από εκεί, θα έληγε το θέμα της κακοσμίας και είχα αρχίσει ήδη να αισθάνομαι καλύτερα.
Αλλά, πως θα το έπιανα;
Εκείνη η σκούρα μάζα δε με προδιέθετε να την ακουμπήσω με το χέρι. Βούτηξα λοιπόν τα γάντια και διπλώθηκα μεταξύ επίπλου και ντουβαριού για να το πιάσω. Αλλά δεν έφτανα μέχρι εκεί κάτω. Ούτε να μετακινήσω περισσότερο το ντουλάπι "έπαιζε", άρα θα έπρεπε να σκεφτώ κάτι άλλο. Πηγαίνω στην κουζίνα και αρπάζω μια μασιά -αντικολλητική για να γυρίζω τα παϊδάκια- με σκοπό να το γραπώσω με δαύτη και να λήξει επιτέλους το ζήτημα... άντε, γιατί πολύ τράβηξε και άρχισα να κουράζομαι, χώρια τα περιεχόμενα του ντουλαπιού που έπρεπε να ξανατοποθετηθούν μέσα!
Και... -ευτυχώς φορούσα ακόμα τα πλαστικά γάντια- σκύβω ξανά μεταξύ ξύλου και τοίχου με τη μασιά στο χέρι, γραπώνω τον όγκο από μια μεριά και κάνω να τον σηκώσω. Ευθύς αισθάνομαι ένα βάρος μεγαλύτερο από το αναμενόμενο. Δε βαριέσαι; Αρκεί να τελειώνει η δουλειά. Θα έχει ποτίσει με υγρά και βάρυνε, εξού και το μούχλιασμα, εξού και η μυρωδιά. Όλα εξηγούνται τώρα. Και το τραβάω προς τα πάνω με κάπως μεγαλύτερη προσπάθεια από εκείνη που περίμενα, μέχρι που το φτάνω σε ύψος τέτοιο ώστε να χαθούν οι πολλές σκιές από πάνω του, ώστε το φως να μπορέσει να πέσει πάνω στη μάζα του και να του χαρίσει λεπτομέρειες, ώστε να αντιληφθώ ότι τόση ώρα έχω γραπώσει κάτι λεπτό σα κορδόνι -περίεργο-, ώστε να μπορέσω να ξεχωρίσω ότι ο όγκος από τη μια μεριά είναι λεπτός σα σχοινί ενώ από την άλλη χοντρός σα μπαλονάκι, ώστε να συνειδηποποιήσω ότι χρησιμοποιώ τη μαγειρική μασιά μου για να σηκώσω κάτι που είναι σκούρο γκρι και βρωμάει, έχει ουρά (!?!?!), έχει μια φουσκωμένη κοιλιά, έχει μουδούσα, έχει αφτιά και μουστάκια στο μικροκαμωμένο κεφάλι του και είναι ΠΟΝΤΙΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ.

Από κάπου ακούγεται ένα "ΑΑΑΑΑΑ" που με ξαφνιάζει οπότε τινάζομαι, ανοίγει η μασιά και ξαναπέφτει χάμω ο όγκος. Δεδομένου ότι είμαι μόνη στο σπίτι καταλαβαίνω ότι εκείνη η κραυγή έχει βγει από το στόμα μου, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Έχω έναν ποντικό που βρωμάει μέσα στο μπάνιο μου -το καλό που του θέλω να είναι ψόφιος-, έχω πιάσει τους τριακόσιους χτύπους ανά λεπτό, έχω λερώσει ανεπανόρθωτα τη μασιά μου -για τα γάντια ούτε λόγος, για βρωμοδουλειές προορίζονταν από την αρχή- και πρέπει επειγόντως να βρω έναν τρόπο να ξεφορτωθώ το ζώο, να απολυμάνω τα πάντα, να ελένξω τα πάντα (πατάρια, ερμάρια, ντουλάπια), να συγκεντρωθώ στο πρόβλημα, να ρίξω την ταχυπαλμία μου, να αποβάλλω το σοκ και να βρω τις αισθήσεις μου.


Κανονικά, τώρα θα έπρεπε να τα έχω πάρει. Να έχω βάλει τις φωνές... Όχι, τις φωνές. Τις τσιρίδες καλύτερα και να τρέχω προς άγνωστη κατεύθυνση, γιατί ως γνωστόν, οι τρελαμένοι, οι φοβισμένοι-τρομοκρατημένοι και οι ασυντόνιστοι πάντα τρέχουν προς ένα τυχαίο σημείο-τόπο χωρίς να σκέφτονται που πάνε.
Κανονικά, αυτή θα ήταν η λογικότερη αντίδραση ενός μέσου ανθρώπου στη θέα ενός ποντικιού... Τι ποντικιού; Αρουραίου καλύτερα! Οπωσδήποτε αρουραίος με τα όλα του -συμπεριλαμβανομένης μιας μεγαλούτσικης μυτερής ουράς και μιας αντιπαθητικής μουσούδας από όπου μυρίζει τόσο καλά που του χρησιμεύει και σαν μάτια- και τροφαντούλης, δηλαδή με μια κοιλούμπα να, με το συμπάθιο. Άρα, καλοφαγωμένος. Άρα, καλοταϊσμένος. Άρα, δε πήγε νηστικός ο μακαρίτης.
Ορίστε. Αρχίζω να έχω και αισθήματα για το τέρας. (;) Μπα σε καλό μου.

Καλοταϊσμένος είπα; Και που έβρισκε να τρώει;

Κι έτσι μίσησα τη λεβάντα.


Από τη συλλογή "±3"

Copyright © από μια γωνιά του σύμπαντος όπου κατοικούν οι σκέψεις του μυαλού μου. Εδώ και τώρα.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Τζάκ Μίσλιν)

Ένας από τους τελευταίους ποιητές του δρόμου που διαβάζει τα ποιήματά του στα πεζοδρόμια και στα πάρκα, στις φυλακές και στα σχολεία ο Τζακ Μίσλιν γεννήθηκε το 1929 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης.
"Οι πρόγονοί μου ήταν ρωσορoυμάνoι εβραίοι και τσιγγάνοι. Στο Μπρονξ κάπως τα κατάφερα και τελείωσα το δημοτικό. Από τότε ζω στο δρόμο, με κάποια διαλείμματα που πέρασα σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Γύρισα όλη τη βόρεια και κεντρική Αμερική, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, δούλεψα σ' ένα κιμπούτζ στο Ισραήλ και σαν φωτογράφος τoυ δρόμου στις Η.Π.Α., εργάτης γης, ζωγράφος πεζοδρομίων, ηθοποιός θεάτρου, εργάτης σε εργοστάσια, τραγουδιστής και ποιητής του δρόμου κ.α. Το 1954 άρχισα να γράφω τζαζ ποίηση και συχνά έβγαινα στη σκηνή σ' ένα μαγαζί στην Νέα Υόρκη μαζί με τον Τσάρλι Μίνγκους και το συγκρότημά του. Η πρώτη μου ποιητική συλλογή River of the Red Wine, εκδόθηκε το 1958 στη Νέα Υόρκη, με πρόλoγo του Τζακ Κέρουακ. Οι επόμενες συλλογές κι ένας τόμος με διηγήματα εκδόθηκαν το 1965. Ακολούθησε ένα διάλειμμα 10 χρόνων. Τα τελευταία χρόνια κάποιοι καλοί μου φίλοι στο Σαν Φραντζίσκο τύπωσαν μερικά βιβλία μου με ποιήματα".

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Νέλσον Όλγκριν)

Ο Νέλσον Όλγκριν (1909-1981) γεννήθηκε στο Ντητρόιτ και μεγάλωσε στις φτωχοσυνοικίες του Σικάγου. Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία άρχισε με το Somebody in boots (1935), μια περιγραφή των εμπειριών ενός φτωχού νεαρού από το Τέξας που έζησε σαν αλήτης και έγινε εγκληματίας στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Άλλα βιβλία του, Never Come Morning (1942), The Man With The Golden Arm (1949), και το Α Walk on The Wild Side (/956). Ανάμεσα στις ιστορίες και στις ταξιδιωτικές περιγραφές του είναι και τα βιβλία The Neon Wilderness (1947) απ’ όπου και το διήγημα- Who Lost an
American? (1963) και The Last Carousel (1973). Το Notes From a Sea Diary (1965) είναι μια συλλογή με μικρά διηγήματα και ένα μικρό σχόλιο στο συγγραφέα Έρνεστ Χεμινγουέι.
Δίδαξε την τέχνη του γραψίματος στο πανεπιστήμιο του Σικάγου το 1950-51.
Η ερωτική του σχέση με την Σιμόν ντε Mπωβoυάρ αναφέρεται στην αυτοβιογραφία της La force des Choses (1963).

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Χάρολντ Νορς)

Ο Χάρολντ Νορς γεννήθηκε το 1916 στη Νέα Υόρκη.
Τελείωσε το πανεπιστήμιο Κούπερ Γιούνιον στο Μανχάταν. Στη δεκαετία του '40 συνδέθηκε φιλικά με τους Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς και Ντύλαν Τόμας, Τενεσή Ουίλιαμς και Τζέιμς Μπάλντουιν, Τζον Κέιτζ και Αναΐς Νιν, πρόσωπα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Αργότερα, περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια στην Ευρώπη, Β. Αφρική και Μέση Ανατολή. Από το 1968, μένει στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ και εκδίδει ένα από τα πιο σημαντικά περιοδικά της δεκαετίας του '70, το Bastard Angel. Βιβλία του: The undersea Mountain (1953), The Dancing Beasts (1962), Karma Circuit (1967), Hotel Nirvana (1974), Ι See America Daίly (1974), Beat Hotel (1975), Carnivorous Saint (1977), η αυτοβιογραφία του, Adventures of a Bastard Angel, καθώς και πλήθος άλλες ποιητικές συλλογές και διηγήματα.

Ιόλη (VII)

Karla Nolan, "Angry Synset". Palette knife oil painting

Κεφάλαιο έβδομο


Το επόμενο πρωί καθώς έπαιρναν το πρωινό τους η Ιόλη και ο Ορφέας, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους ο πατέρας του.

-Ώστε εδώ είσαστε, ε;

-Μπαμπά; Έκανε ο Ορφέας πώς βρέθηκες εδώ;

-Μην μου απευθύνεις εμένα το λόγο ακούς; Σε ξεγράφω από γιο μου να το ξέρεις. Άκου εκεί να δουλεύεις για λογαριασμό του εχθρού μου. Πού είναι η μάνα σου να την συγυρίσω και κείνη; Ξέχασε την την περιουσία μου. Δεν σου γράφω τίποτα...

-Λίγο με νοιάζει, του απάντησε με στόμφο. Και την μαμά τι την θέλεις; Άστηνε να ηρεμήσει λίγο. Και συ βάλε νερό στο κρασί σου, πρόκειται για τον αδελφό σου επιτέλους. Τι έχετε να μοιράσετε πια; Βρείτε τα! Την Ιόλη δεν την βλέπεις;

-Δεν με παρατάς; Θα σας κυνηγήσω όλους! Πες στην μάνα σου διαζύγιο! Άκου εκεί!

Έφυγε βρίζοντας μες στα νεύρα. Δεν φαινόταν να θέλει να διορθώσει τα πράγματα, να βρεθεί μία λύση.
Η Ιόλη στεκότανε μαρμαρωμένη, σαν να μην ήξερε τι να κάνει, τι έπρεπε να πει.

-Ε, τι έπαθες; Μην φοβάσαι κουτό, θα τον συντρίψουμε πρώτοι. Άσε εμένα να τον χειριστώ όπως πρέπει. Πού έμαθε πως είμαστε εδώ, άραγε; Θα έβαλε μάλλον να μας παρακολουθούν. Κάτι τέτοια για τον πατέρα μου είναι ψωμοτύρι στην καθημερινότητά του.

-Αμ, για τον δικό μου δεν είναι; Είπε μελαγχολικά η κοπέλα. Μπλέξαμε με δαύτους, να το δεις. Εμείς θα την πληρώσουμε.

-Μην ακούω χαζά. Στο χέρι τον έχω. Θα δεις αύριο. Μόνο που πρέπει να έρθεις μαζί μου Αθήνα.

-Τι θα κάνεις;

-Θα δεις. Πάμε τώρα μια βόλτα. Αυτός έφυγε. Δεν ήταν για να μείνει. Να φοβερίσει ήθελε...


Τα σχέδιά τους ωστόσο έμελλε να καταρρεύσουν σαν πύργοι στην άμμο. Η επόμενη μέρα θα έφερνε μια άσχημη είδηση... Χωρίς να υποπτεύονται τίποτα από τα παρασκήνια τα παιδιά, αποφάσισαν να πάνε τις βόλτες τους και να ειδοποιήσουν για καλό και για κακό την μητέρα τους να φύγει πρώτη από αυτούς για την Αθήνα. Να έχουν κάποιο δικό τους εκεί όταν φτάσουν.

Θα πηγαίνανε στο παζάρι της Κάμντεν Τάουν το οποίο είναι φημισμένο.
Εκεί βρίσκεις τα πάντα. Πουλάνε παλιά βιβλία, ρολόγια, ρούχα... και γενικά αξίζει γιατί ξεφεύγει λίγο το μάτι από το καθώς πρέπει Λονδίνο και βλέπει κάτι πιο λαϊκό, όπως θα λέγαμε. Επίσης, βρίσκεις πάγκους με φαγητό από διάφορες χώρες.
Πήγανε λοιπόν και κάτσανε αρκετή ώρα. Κάνανε το γύρω, αγοράσανε και μερικά βιβλία μιας και η Ιόλη αγαπούσε το διάβασμα. Φάγανε κάτι ανατολικής προέλευσης από ένα πάγκο και γρήγορα ξεκίνησαν για αλλού.
Αφού αύριο θα έφευγαν, ο Ορφέας ήθελε να δείξει τα πάντα στην αδελφή του. Θα πηγαίναν στο μουσείο Επιστημών αλλά και το βρετανικό μουσείο.
Ωστόσο την τράβηξε απότομα από το χέρι για να στρίψουν σε ένα μικρό απόμερο δρομάκι.

-Τι έγινε; Ρώτησε η Ιόλη.

-Έχω την εντύπωση ότι μας ακολουθεί κάποιος. Αν έρθει και κείνος από δω, την κάτσαμε. Πρέπει να τρέξεις μαζί μου αν χρειαστεί.

-Τι; Μην με αγχώνεις...

-Δεν προλαβαίνουμε να αγχωθείς τώρα!, της φώναξε. Τρέχα! Έρχεται πίσω μας.


Ένας πυροβολισμός ακούστηκε και μια σφαίρα πέρασε ξυστά από τον Ορφέα κάνοντας ευτυχώς μόνο μια τρύπα στο φαρδύ του παντελόνι.
Η Ιόλη έβγαλε μια κραυγή και σωριάστηκε στο δρόμο.
Ο ξένος άρχισε να τρέχει να ξεφύγει, μιας και άρχισε να μαζεύεται κόσμος.
Ο Ορφέας πήρε αγκαλιά την λιπόθυμη αδελφή του, μπήκαν σε ένα ταξί και γύρισαν στο ξενοδοχείο. Δεν μπόρεσαν να κάνουν μια ήρεμη βόλτα εκείνη την νύχτα.
Όταν συνήλθε η κοπέλα, άρχισαν να κουβεντιάζουν.

-Τι ήταν αυτό τώρα;

-Ξέρω γω; Είπε ο Ορφέας. Πάντως δεν ήταν από τον πατέρα μου μιας και μένα στοχεύσανε.

-Λες από τον δικό μου;

-Μπα δεν πιστεύω αφού εμείς είμαστε συνεργάτες. Εκτός...

-Εκτός τι; Λέγεεεεεε.

-Εκτός αν έμαθε την αλήθεια...

-Δηλαδή;

-Ότι είμαστε αδέλφια Ιόλη! Αν το έμαθε θα με πήρε για εχθρό.π Πού να ξέρει ότι είμαι με το μέρος σας;

-Σωστά. Τι κάνουμε τώρα;

-Πρέπει να τους αποπροσανατολίσουμε. Αυτοί ξέρουν ότι φεύγουμε αύριο, έτσι;

-Έτσι.

-Ωραία. Δεν θα φύγουμε.

Ο Ορφέας σήκωσε το ακουστικό, το έλεγξε και αφού σιγουρεύτηκε άτι δεν έχει κοριό, άρχισε να σχηματίζει έναν αριθμό.

-Έλα. Άκου προσεχτικά. Μας παρακολουθούν, κάποιος με πυροβόλησε...

-Τι;;;;; Ακούστηκε έντρομη η φωνή της μητέρας τους από το ακουστικό.

-Άκουσέ με. Εσύ θα έρθεις κανονικά να μας πάρεις από το αεροδρόμιο σαν να μην τρέχει τίποτα. Μην κινήσουμε υποψίες.

-Και σεις; Τι θα κάνετε;

-Δεν έχω σκεφτεί. Κάπου θα πάμε. Εσύ ακολούθα πιστά τις οδηγίες εντάξει;

-Εντάξει. Να προσέχετε ακούς;

-Θα προσέχουμε. Κλείνω τώρα.

Συνέχισε να τηλεφωνά. Σε έναν γνωστό. Τον κάλεσε στο δωμάτιο.

-Φίλε πάρε τα εισιτήριά μας και άλλαξέ τα. Θα μας τα δώσεις αύριο στο αεροδρόμιο. Βγάλε για Γαλλία. Πρέπει να τους μπερδέψουμε.

-ΟΚ, Ορφέα. Ραντεβού αύριο.

-Μη σε δει κανείς.

-Παιδιά είμαστε; Μην ανησυχείς.

Όταν έφυγε ο φίλος του εξήγησε στην Ιόλη το σχέδιο.

-Άκουσέ με, είναι επικίνδυνο αλλά η μόνη λύση. Θα πάμε κανονικά σαν να φεύγουμε για Ελλάδα και εκεί μέσα θα τους μπερδέψουμε και θα τρυπώσουμε στην ουρά για Γαλλία. Δεν γίνεται αλλιώς. Από σένα θέλω να κρατήσεις την ψυχραιμία σου και να μην αγχωθείς. Καθαρό μυαλό, ΟΚ;

-ΟΚ.

-Άντε τώρα να ξεκουραστούμε λίγο. Συγνώμη που δεν σε πήγα σε όλα όσα λέγαμε.

-Ναι μωρέ, πολύ με νοιάζει μετά από όσα γίνανε.

-Θα ξανάρθουμε.

-Θα δούμε.

-Σίγουρα!

-Καληνύχτα.

-Και σε σένα.


Συνεχίζεται...

Copyright © Εύη Καφούρου. All rights reserved. Πρώτη δημοσίευση, Αθήνα 2013.

Το ανακαλύψατε σήμερα; Διαβάστε το από την  αρχή.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Λίντα Κινγκ)

Η LINDA ΚΙΝG γεννήθηκε το 1940 σ' ένα βουστάσιο, κοντά σ' ένα καταυλισμό μορμόνων στη Γιούτα των Η.Π.Α. ''Ο πατέρας μου ήταν μεγάλη μπεκροκανάτα, έβριζε συνέχεια. Απέκτησε πέντε κόρες κι ούτε ένα κανακάρη. Η μάνα μου κράταγε το μοναδικό μαγαζί στην περιοχή. Εκεί έβρισκε κανείς τα πάντα συμπεριλαμβανομένης και της κλωτσοπατινάδας. Πάνω απ' τα τραπέζια, στον τοίχο, κρεμόταν μια σκοροφαγωμένη κεφαλή ταύρου. Παντρεύτηκα και πήγα για καμιά δεκαριά χρόνια στο Λος Άντζελες μ' ένα παλιομοδίτη μορφονιό ιταλοαμερικανό. Έκανα δυο παιδάκια. Μετά χώρισα. Κι έζησα για ενάμιση χρόνο με τον Μπουκόβσκι. Μια θυελλώδης σχέση. Αυτόν τον καιρό είμαι ελεύθερη. Το καλοκαίρι που πέρασε πήγαινα κάθε βράδυ με τους άγριους σε πάρτυ στα βουνά της Γιούτα. Ένας απ' αυτούς -δουλεύει στην άκρη του κόσμου, σε μια γεώτρηση- αγόρασε ένα από τα γλυπτά μου, μια φιγούρα γυναίκας (η Linda είναι και γλύπτρια) και είπε ότι θα το καβαλάει όταν θα φτάνει στο αμήν..."
Η Linda σήμερα ζει στο Φένιξ της Αριζόνας.

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Τζέραλντ Λόκλιν)

Ο Τζέραλντ Λόκλιν γεννήθηκε το 1941 στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Εδώ και αρκετά χρόνια εργάζεται σαν υφηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονγκ Μπητς στην Καλιφόρνια. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 6 ποιητικές συλλογές, 2 βιβλία με διηγήματα και 1 μυθιστόρημα. Στο εξώφυλλο ενός από τα βιβλία του βλέπουμε μια φωτογραφία του συγγραφέα που γεμίζει την μπανιέρα με τα κιλά του, (η μπανιέρα πρέπει να είναι ειδική παραγγελία). Συμπεραίνει λοιπόν κανείς ότι το ύψος του πρέπει να φτάνει το 1 μέτρο και τους 98 πόντους, ο ίδιος δε χαίρεται ιδιαίτερα όταν ανεβαίνει στη ζυγαριά του και τον δείχνει ακριβώς 2 πενηντόκιλα. Στη διάρκεια οινοποσιών εξομολογείται ότι στο παρελθόν υπήρξε "Σύμβουλος Ενδύσεως" του ιδίου του Αλφρέδου Ζαρρύ. 

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Αλ Μάζαρικ)

Γεννημένος το 1943. Παιδί εργατών, παπαδάκι στην εκκλησία, κολλέγιο, αμερικάνικος στρατός, Κορέα, μπάρμαν, φτιάχνει πακέτα, εργάζεται με παιδιά, κοινωνικός λειτουργός, θυρωρός της νύχτας, ζει στο Σαν Φραντζίσκο.

"Τα περισσότερα γραπτά του Μάζαρικ -παρόλο που μερικά από τα ποιήματα της Κορέας, που'ναι γραμμένα για κάποιες πουτάνες, είναι ερωτικά ποιήματα- μου φαίνονται σαν φωτογραφίες τραβηγμένες στην κόλαση. Μια κόλαση σχεδόν αξιαγάπητη, αλλά πάντοτε μια γήινη κόλαση. Για κοίτα, λέει, έτσι είναι τα πράγματα, πάρε δω και διάβασε. Πιστεύω ότι ο Μάζαρικ θα τη βγάλει καθαρή. Έχει στυλ, αλλά αυτό δεν νομίζω να τον περιορίσει. Το ελπίζω. Πιστεύω ότι θα προχωρήσει, θα πάει πάρα πέρα, το στυλ του θα αλλάξει ανεπαίσθητα, οι φωτογραφίες του θ' αλλάξουν έτσι όπως αλλάζει κι η ζωή του... Είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί ένας τόσο ρωμαλέος, τόσο αφηγηματικός ποιητής. Κι αυτό είναι κέρδος για όλους μας."

Τσαρλς Μπουκόφσκι

Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών (Ουάντα Κόλμαν)

Η Ουάντα Κόλμαν γεννήθηκε στο Λος Άντζελες το 1946. Γνωστή επίσης με τα ονόματα Ουάντα Κόλμαν-Γκραντ (αποτέλεσμα γάμου), Άντριου Λ. Τέιτ (ψευδώνυμο σεναριογράφου) και WACO (το επαναστατικό της). Έγραψε με ψευδώνυμο την πρώτη τηλεοπτική σαπουνόπερα για μαύρους και κέρδισε το βραβείο ΕΜΜΥ. Έχει τελειώσει με άριστα το πανεπιστήμιο του δρόμου. Παλαίμαχη πολυάριθμων συγκρούσεων στα γκέτο.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ

Απόφαση που πάρθηκε εν θερμώ και μέσα σε μισό δευτερόλεπτο ήταν να μεταφέρω στο koukidaki μου το βιβλίο των κακών (όπως λέει ο τίτλος του) Αμερικανών το οποίο υπάρχει ελεύθερο στο διαδίκτυο. 
Ο Τέος Ρόμβος υπογράφει τη μετάφραση και επιμέλεια των κειμένων και αφιερώνει μερικές αράδες για να προλογίσει το βιβλίο του, σε ένα κείμενο χωρίς παραγράφους και άλλα τέτοια ακαδημαϊκά και συντακτικά τερτίπια, που προφανώς διαβάζεται απνευστί:

Περιπλανήσεις... και άλλοι πίνακες.

Σφαίρα δημιουργίας
Η Ειρήνη Σπυριδάκη είναι ενδιαφέρουσα καλλιτέχνης. Με δικό της στυλ και διάθεση αποτυπώνει και χρωματίζει τον κόσμο και το συναίσθημα. Τα χρώματα εκρήγνυνται από τα σωληνάρια πάνω στον καμβά ή απλά στάζουν, ενώ η φαινομενικά τυχαία προσεδάφισή τους πάνω του γίνεται μια εξαίσια άμετρη συμμετρία με αφαιρετικό χαρακτήρα αλλά απόλυτα κατανοητό περιεχόμενο.
Ο τίτλος του έργου, από κάτω, σε διαφωτίζει κατατοπιστικότατα για το θέμα, κι όποτε δυσκολευτείς με τις τέλειες μουντζούρες της θα είναι παρών για να σου ξεκλειδώσει την εικόνα. Τα χρώματα επιλέγονται σχολαστικά και ποτέ δε μπαίνουν όλα μαζί πάνω στον ίδιο καμβά. Το κάθε έργο περιλαμβάνει τη δική του χρωματική γκάμα.
Αστική λήθη
Σαν βιογραφικό:
Γεννήθηκε στην Κρήτη και σπούδασε Κλασική Φιλολογία. Έκανε μεταπτυχιακά στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας Μοντέρνας Τέχνης. Έγινε μαθήτρια του Αζαρία Μαδανιάν και κατέκτησε τον κόσμο με τα έργα της. Θα τα βρείτε στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, στα Παιδικά Χωρία SOS, στο Κέντρο Αγάπης Ελευσίνας,  στον Πύργο της Παιδαγωγικής Σχολής ΑΠΘ... Είναι μέλος της Ελληνογαλλικής ένωσης καλλιτεχνών "NAUTE" και της ομάδας καλλιτεχνών "Mediterranean Artists" ενώ παράλληλα συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού ARTmag.
Από το 2006 συλλέγει βραβεία και διακρίσεις για τα έργα της και μετρά δύο ατομικές εκθέσεις και δεκάδες ομαδικές.
Εις μάτην
Περιπλανήσεις
Χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμους συμβολισμούς που τους προσαρμόζει στη φαντασία και στην -κάθε- διάθεσή της. Κερδίζει εύκολα την προσοχή του κοινού που νιώθει άμεσα τις προθέσεις της.
Το μονοπάτι της ευτυχίας
Ο κόσμος της αποτελείται από σκιές, φιγούρες, άφορμες φόρμες, χρωματικές εκρήξεις και σταγμένο χρώμα πάνω σε καμβά αλλά η αφαιρετική της ματιά και η φαινομενική άτακτη αταξία είναι εύκολα αποκωδικοποιήσιμες και ανάγουν σε σαφή θεματικά ή/και αισθητικά αποτελέσματα που, με χάρη, υποστηρίζει απόλυτα.
Χιμαιρικοί περπατητές
Σκιάνθρωποι
Το χρώμα μοιάζει να έχει μεγάλο -ίσως και πρωταγωνιστικό- ρόλο στα  έργα της αλλά εκείνη το ορίζει με ακρίβεια και σοφία. Κι εκεί που, από μια απόσταση, μοιάζουν όλα ένα χρωματικό συνονθύλευμα, αρκεί μια δεύτερη ματιά πάνω στον καμβά και αποκαλύπτει τους θησαυρούς του. Και όταν φαίνεται ότι η αταξία και το χάος θα επικρατήσουν άπαντα, αρκεί ένα δεύτερο βλέμμα για να εμφανιστούν η τάξη και το μέτρο. Κι εκεί που νομίζεις ότι δε θα δεις κάτι, ξεπετάγονται οι φόρμες, τα πρόσωπα, οι έννοιες, ο κόσμος και κάθε συναίσθημα που κουβαλά το σύνολο, σε μια όμορφη συμμετρία και άψογη αισθητική.
Εντο-μά-γεμα
Μέλας θυμός
Την σελίδα κοσμούν πίνακές της. Ο καθένας με τον τίτλο που του όρισε εκείνη. Πατήστε πάνω στις εικόνες για να ανοίξουν ώστε να τις δείτε καλύτερα.

Τα ημερολόγια της μέσα ζωής

Μια ποιητική συλλογή, κερδισμένη σε μία κλήρωση, έγινε η αφορμή να συναντηθούμε, να γνωριστούμε και να ανακαλύψω το ταλέντο, την κουλτούρα, το έργο και την αύρα της.
Η Τατιάνα-Κατερίνα Θωμαΐδη κέρδισε πανεύκολα την προσοχή μου, σχεδόν ταυτόχρονα με τις πρώτες εντυπώσεις. Μια γυναίκα με γάμα κεφαλαίο και μια αυθεντική καλλιτεχνική φύση που διασχίζει τον χωροχρόνο κουβαλώντας μπόλικη κουλτούρα, αισθητική, αξία.
Μου μιλάει ακομπλεξάριστα, για την τέχνη, για το έργο της. Για τις μεγάλες αγάπες τής ζωής της. Το τραγούδι, τους καλύτερους φίλους. Τις γειτονιές που γέμισε με την παρουσία της και τις γάτες της. Για κάθε τι που λατρεύει και επιδιώκει. Παρελθόν, παρόν και μέλλον μπλέκονται σε ένα κουβάρι με μνήμες που συμπληρώνουν ένα παζλ από ζωή.
Έτσι, μια αλλιώτικη συλλογή κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου. Ανατρέχω στις σελίδες και συνταξιδεύω με τις φράσεις και τις μουσικές που σιγοντάρουν την ποίηση. Το δελτίο τύπου καταφέρνει να μεταφέρει το πνεύμα, την όποια αίσθηση:
Ένας τρόπος να πούμε γι' αυτά που θέλουμε είναι το να δημιουργούμε φανταστικές πόλεις ή τμήματά τους που εφάπτονται με μια υπαρκτή πόλη και με τη ζωή μας μέσα της. Παραδείγματα τέτοιων πόλεων ή σημείων τους είναι η "μαγική πόλη" και η "οδός ονείρων" του Μάνου Χατζιδάκι και η "Λιλιπούπολη", των παιδικών μας χρόνων η φανταστική πόλη.
Η θεματολογία των ποιημάτων αφορά κυρίως στην καθημερινή ζωή, στη μόνιμη αναζήτηση της χαμένης ομορφιάς στην πόλη, στην εσωτερική ζωή και στο διαρκή αγώνα να κρατήσουμε όρθιο τον εσωτερικό μας κόσμο, στους κόσμους που μας αποκαλύπτει ο έρωτας. Το ύφος είναι άλλοτε περιγραφικό σε στυλ διαπίστωσης, άλλοτε οργισμένο σε στυλ ροκ μπαλάντας, αλλά πάντα περνάει από τις μεταμορφωτικές διαδικασίες της αξίας και της αγάπης.
Τα "Ημερολόγια της μέσα ζωής" είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της (εκδόσεις "Δρόμων", Ιούλιος 2009).
Από τότε μιλάμε συνέχεια. Συναντιόμαστε όποτε οι συνθήκες το επιτρέπουν και αναπολούμε μνήμες, εξιστορούμε πρόσωπα και γεγονότα που πέρασαν, μουσικές που μας μάγεψαν, στιγμές που μας αποθέωσαν ή έκαψαν. Σιγά σιγά τη γνωρίζω καλύτερα. Την ανακαλύπτω. Η Τατιάνα είναι τόσα που μία σελίδα δε της φτάνει. Ίσως καταφέρω να στριμώξω μερικές πληροφορίες για να σας την συστήσω.
Σπούδασε Κλασικό Τραγούδι (Δίπλωμα Μονωδίας ως Soprano Spinto) με δασκάλα τη Γιολάντα Ντι Τάσσο και Ανώτερα Θεωρητικά της Μουσικής με τη Βίκη Τζεράχη. (Επίσης, Πτυχίο Αρμονίας, Αντίστιξης, Φυγής)
Παρακολούθησε μαθήματα Υποκριτικής, Θεατρικού Αυτοσχεδιασμού, Ορθοφωνίας, Κινησιολογίας, Θεατρικού Παιχνιδιού και Κουκλοθέατρου ενώ επί τρία χρόνια μελετούσε rock φωνητική με δασκάλα της τη Σοφία Βόσσου. Κι ενώ η πολυετής σπουδή Όπερας της χάρισε μια φωνή 3 1/2 οκτάβων, τα εκτός φωνητικής μαθήματα της πρόσφεραν προσωπική καλλιέργεια και εκφραστικότητα.
Το 1999 πραγματοποιεί τη συναυλία "Μουσικός εσπερινός για τον Έρωτα, το Φεγγάρι και τη Γυναίκα" στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου, ο οποίος άνοιξε για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια προκειμένου να φιλοξενήσει την εκδήλωση. Αυτή η συναυλία "εγκαινίασε" το θεσμό της διεξαγωγής συναυλιών στους αρχαιολογικούς χώρους κατά την αυγουστιάτικη πανσέληνο!
Πολλά προσωπικά project ακολουθούν ("Τσάι και στραγάλια, 20 χρόνια και κάτι...", "Να ξαναβρούμε τ' όνειρο", "Κάτι γίνεται...", "Καλοκαιρινά φρούτα", κ.α.) καθώς και η ίδρυση της κουκλοθεατρικής ομάδας "Ίριδες".
Τραγουδίστρια, ερμηνεύτρια, δασκάλα, δημιουργός...
Ακολουθούν ηχητικές παρεμβάσεις στο γραπτό λόγο, καθώς μου έστειλε ερμηνείες της σε διάφορα μουσικά είδη, με πρόθεση να μοιραστεί τη φωνή της και τις νότες της με τους αναγνώστες του ιστότοπου. Πατήστε το play και αγγίξτε τον μουσικό κόσμο της.
video
Επιλέξτε τον σύνδεσμο και διαβάστε το διήγημά της "Μια μέρα αλκυονίς (αντιγραφή από τα ημερολόγια της μέσα ζωής)"
Ποια είναι η ιστορία πίσω από την ποιητική συλλογή; Τι οδήγησε στη δημιουργία της;

Τ.Θ.: Τα «ημερολόγια της μέσα ζωής» προέκυψαν και κατέληξαν να ‘χουν μορφή ποιητικής συλλογής. Στην πραγματικότητα είναι κείμενα που γράφτηκαν για να παίξουν οργανικό ρόλο στα τραγουδιστικά μου projects, δημιουργώντας γέφυρες που διατηρούν ή/και αναδεικνύουν τον δεδομένο ειρμό που υπάρχει πίσω απ’ τη σειρά των τραγουδιών και συνδέοντας τα τραγούδια μεταξύ τους. 
Η ιστορία είναι χαριτωμένη και μεταφυσική, ένα δώρο του Θεού που μου χάρισε ένα... παιδί (το βιβλίο, εννοώ) και μια φίλη αγαπημένη, την βραβευμένη ποιήτρια Κων/να Σούλα – Τσαφαρά. 
Κάπου γύρω στην άνοιξη του 2008 έχουν συγκεντρωθεί στο αρχείο μου πολλά κείμενα γραμμένα για παραστάσεις μου. Κάτι μου κάνει κλικ καθώς τα βάζω σε μια τάξη και σκέφτομαι πως ίσως θα μπορούσα να τα φροντίσω και να τα κάνω ένα μικρό βιβλίο... δεν είχα όμως ιδέα από εκδόσεις, ούτε κοντινούς φίλους συγγραφείς για να τους συμβουλευτώ. Λέω: αφού ο Ύψιστος μου ‘βαλε την ιδεά, Εκείνος θα μου δείξει και το δρόμο της υλοποίησής της. Έτσι, μετά από λίγους μήνες, από ένα «παιχνίδι» της συγχρονικότητας, καθόμαστε δίπλα–δίπλα σ’ ένα παγκάκι στο σταθμό της Καλλιθέας με μια ευγενέστατη κυρία που με ρωτάει «τι βιβλίο διαβάζετε;» κουβέντα στην κουβέντα, η κυρία μου συστήνεται, μου λέει πως είναι η ίδια συγγραφέας κι εγώ της λέω σχεδόν κατ’ ευθείαν τη σκέψη μου για το βιβλίο... προστατευτική, ενθουσιώδης, ακομπλεξάριστη, χαμογελαστή, άνετη με τα τεράστια πράσινα μάτια της όλο φως, μου λέει η Κωνσταντίνα: «Να εκδώσεις τα ποιήματά σου! Μην το σκέφτεσαι! Να το κάνεις! Θα είμαι κοντά σου σ’ αυτό.»
Την επόμενη μέρα συναντιόμαστε σε μια παρουσίαση βιβλίου, με συστήνει σ’ έναν επίσης ενθουσιώδη και προικισμένο άνθρωπο, το δημοσιογράφο και συγγραφέα Γρηγόρη Χαλιακόπουλο, ο οποίος με βοηθάει καταλυτικά σε όλα τα στάδια της έκδοσης: από την επιλογή κειμένων και την τελική σειρά, μέχρι τις συστάσεις με τον εκδότη μου, τον Ζώη Μπερνάρδο (εκδ. «Δρόμων»).
Όταν συμφωνήθηκε η έκδοση, ήρθε η σειρά της νεότατης, ταλαντούχας και βραβευμένης εικαστικού Γεωργίας (Τζίνας) Δημακοπούλου. Της ζήτησα να συνεργαστεί δημιουργώντας το εξώφυλλο του βιβλίου κι εκείνη διάβασε τα ποιήματα και σε λίγες μέρες μου έφτιαξε αυτό το δυναμικό ροκ εικαστικό αποτέλεσμα. Μου χάρισε τη δουλειά της και δε δέχτηκε να πληρωθεί. Το μόνο που δέχτηκε ήταν ένα δωράκι, 2 cd με ραδιοφωνικές εκπομπές της Λιλιπούπολης!
Σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους οφείλω ευγνωμοσύνη για την έκδοση των Ημερολογίων.


Υπάρχει μια συνέχεια στο βιβλίο. Μια σειρά που ακολουθούν τα ποιήματα...

Τ.Θ.: Είναι αλήθεια! Υπήρχε η πρόθεση να ξεδιπλωθεί ένα αστικό σκηνικό που να περιέχει όλη τη γκάμα: ομορφιά, ασχήμια, γλύκα, πίκρα, πράγματα απαλά, ή σκληρά... και να τελειώνει με μια κλήση για υπέρβαση. Γιατί, τελικά η ζωή, δεν μπορεί να ‘ναι μόνο όλο αυτό που μας τρελαίνει και μας πληγώνει...
Η τελευταία φράση είναι από την Ευχή του Ιησού, που σημαίνει την ένωση των σπασμένων και διασκορπισμένων κομματιών μας και την «επανάσταση» της υπέρβασης.


Συνηθίζετε να κρατάτε ημερολόγιο;

Τ.Θ.: Ναι. Τα τελευταία 8 χρόνια, σχεδόν καθημερινά. Σ' αυτό περιέχονται οι ευχαριστίες μου προς το Θεό (ή προς τη Ζωή, κατ’ άλλους), οι παραδοχές μου κι ο κατά δύναμιν έντιμος διάλογος με τον εαυτό μου.


Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με το τραγούδι και τη μουσική;

Τ.Θ.: Χωρίζω τη σχέση μου με τη Μουσική σε δύο φάσεις: την ασυνείδητη, που αρχίζει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ως τα 28 μου χρόνια που έχω πραγματοποιήσει μερικές πολύ ποιοτικές κι υπεύθυνες δουλειές, προσωπικές συναυλίες κατά βάση, όπως ο Μουσικός Εσπερινός τον Αύγουστο του ’99 στη Δήλο. Επίσης, μέσα σ’ αυτή την περίοδο, αρχίζω κι ολοκληρώνω τις σπουδές μου δίπλα στη Γιολάντα Ντι Τάσσο, στη Βίκη Τζεράχη και στη Φρίντα Τρίππη, τη γυναίκα που μου φέρθηκε σαν πραγματική μητέρα (είχα την εμπειρία να ‘χω μια πολύ σκληρή και παράλογη βιολογική μητέρα, οπότε ο ρόλος της Φρίντας ήταν καταλυτικός για την ψυχική μου υγεία κι ακόμη είναι).
Η συνειδητή μου σχέση με τη Μουσική αρχίζει μετά τα 28 μου χρόνια που τελειώνω τις σπουδές μου και αρχίζω να βάζω σε πράξη όσα ξέρω και να πειραματίζομαι με διάφορους τρόπους... ελπίζω, όσο μεγαλώνω, η φωνή μου να γίνεται πιο εκφραστική και η σχέση μου με το τραγούδι και με τη Μουσική να γίνεται όλο και πιο συνειδητή και όλο και βαθύτερη και πιο ουσιαστική...


Η πιο συγκινητική στιγμή...

Τ.Θ.: Πόλλες, δόξα τω Θεώ!!! Από τις απλές στιγμές της παρέας με ανθρώπους που αγαπιόμαστε ως τις ζόρικες στιγμές που αναμετρώ τις δυνάμεις μου με το stage και τελικά το εξημερώνω και συνεργαζόμαστε -lol- …από τις εμπειρίες μου στην ενεργή φιλοζωία με υπέροχα πλάσματα–θύματα της ανθρώπινης κακότητας που παρά τα τραγικά κι άδικα παθήματά τους ξαναεμπιστεύονται τους ανθρώπους και τη ζωή ως τις υπερβατικές στιγμές που μας χαρίζονται αφού δώσουμε «αίμα»...


Τι αγαπάτε περισσότερο και τι απεχθάνεστε περισσότερο στον κόσμο;

Τ.Θ.: Απεχθάνομαι τους ανθρώπους που ενώ βιολογικά είναι ενήλικοι, συναισθηματικά, πνευματικά και ηθικά είναι «παιδιά». Είναι εγωιστές και βλάκες. Αυτούς τους απεχθάνομαι και τα κάθε κλίμακας φαύλα έργα τους τα μισώ.
Αγαπώ τα ζώα και τα παιδιά, καθώς και τους ενήλικους ανθρώπους που επιμένουν να αγωνίζονται για να φτιάξουν έναν αρμονικό κι ακέραιο εαυτό και ν’ αφήσουν αυτόν τον κόσμο καλύτερο. Αγαπώ τη Μουσική, τη συγγραφή, το διάβασμα, τη μαθητεία σε τομείς που μας κάνουν αυθεντικότερους, τα ταξίδια, τις Συναντήσεις, τις παρέες που γράφουν Ιστορία, το ξενύχτι, τον ελληνικό καφέ, τις διαδηλώσεις για δίκαια αιτήματα, το Διαδίκτυο, το ραδιόφωνο, το περπάτημα στις παλιές γειτονιές... κι άλλα...


Ένα ποίημα των "ημερολογίων" αναφέρει "το ανήσυχο, στοχαστικό και ονειροπόλο πνεύμα των δημιουργών κάθε γενιάς και η φωτεινή τους απεριόριστη ψυχή..." Ποια στοιχεία (καθ-)ορίζουν τον δημιουργό ή τον καλλιτέχνη;

Τ.Θ.: Πολλά επιμέρους στοιχεία, μα τα ουσιαστικά πιστεύω πως είναι η ευαισθησία, η αντίληψη, το όραμα (όχι μόνο το όνειρο), η πειθαρχία, η ανθεκτικότητα, το μέτρο, ή ακόμη και τ’ αντίθετά τους... το ροκ που αγαπώ έχει στη μυθολογία του πολλούς ανθρώπους που έχασαν το μέτρο και την ανθεκτικότητα και κάηκαν για να φωτίσουν πτυχές της ύπαρξης που αλλιώς δεν θα βλέπαμε εμείς, οι «υπόλοιποι».


Και σε ένα άλλο "το όνειρο ανεβαίνει πάνω από τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που μένεις..." Πόση ανάγκη κρύβει το όνειρο; Πόσο ανάγκη το έχουμε;

Τ.Θ.: Νομίζω πως και στα δύο σκέλη της ερώτησης, η απάντηση είναι: το όνειρο για την ψυχή και για τη ζώσα ζωή είναι ζωτική ανάγκη, όπως το νερό, ο αέρας και το αίμα για το ανθρώπινο σώμα!
Η Τατιάνα-Κατερίνα Θωμαΐδη προσφέρει αντίτυπα της συλλογής της "Τα ημερολόγια της μέσα ζωής" σε τυχερούς αναγνώστες του ιστότοπου. Θα δοθούν συνολικά 6 βιβλία. Τα μισά σε έντυπη μορφή και τα υπόλοιπα σε ηλεκτρονική. Επιλέξτε (πατώντας πάνω στις λευκές λέξεις) και συμπληρώστε τη φόρμα που σας ενδιαφέρει. Μπορείτε να συμμετέχετε και στις δύο φόρμες αλλά δε μπορείτε να αλλάξετε το δώρο σας αν κληρωθείτε. Η κλήρωση θα γίνει την 1η Αυγούστου μέσω facebook (από το προσωπικό μου προφίλ: Jenny Koukidou) και μπορούν να συμμετέχουν όλοι οι χρήστες. Οι τυχεροί θα ειδοποιηθούν με προσωπικό μήνυμα ενώ τα ονόματά τους θα ανακοινωθούν τόσο στο koukidaki όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Τα έντυπα βιβλία θα αποσταλούν ταχυδρομικά.
ή

Maraveyas Ilegal "Πικ Νικ με Μαραβέγια"

Μια μουσική βραδιά στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών μετά την προτροπή μιας φίλης -τέλεια ιδέα- με τους ήχους των τραγουδιών του Κωστή Μαραβέγια.


Η ιδέα να ανοίξουν τον κήπο του Μεγάρου τις καλοκαιρινές βραδιές με βρήκε περισσότερο από ενθουσιασμένη. Στον καλαίσθητο κήπο στήθηκε η σκηνή αλλά και το πανί της βιντεοπροβολής για εκείνους που δε θα καταφέρουν να βρουν μια θέση κοντά, ή με οπτική επαφή, στη σκηνή.



Το καλοκουρεμένο γκαζόν του κήπου φροντίζει τους επισκέπτες, ώστε να μπορέσουν να κάτσουν πάνω του με άνεση, και ο όρος πικ-νικ αποκτά πιο κυριολεκτική έννοια. Οι λοφίσκοι εξυπηρετούν μια αμφιθεατρική λογική και το ελληνικό καλοκαίρι φτιάχνει την ατμόσφαιρα για όμορφες, ξέγνοιαστες βραδιές παρέα με αγαπημένες μουσικές.


Σε αυτό το σκηνικό στήθηκε η συναυλία του Κωστή Μαραβέγια και το πλήθος, που μαζεύτηκε για να τον ακούσει, πραγματικά αξιοσημείωτο. Όλες οι ηλικίες έδωσαν το παρόν στη μουσική βραδιά σε ένα αρμονισμένο κοινό με τον καλλιτέχνη.



Η φυσική "τρέλα" του Κωστή σε συνδυασμό με το κέφι, το χαμόγελο, τις μουσικές του δυνατότητες και την απάνεμη βραδιά βοήθησαν ώστε να περάσουμε πολύ όμορφα σε τούτη την καλοκαιρινή συναυλία, με άρωμα από πατημένη χλόη και χώμα, μέσα στην καρδιά της πόλης.



Ακούστηκαν όλα τα διάσημα κομμάτια του και δυο-τρία καινούργια. Το ένα σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση! Τα πιο γνωστά από αυτά υπάρχουν διάσπαρτα και σε τούτη την ανάρτηση.
Η σκηνή φόρεσε τις νότες του Μαραβέγια και αρκετά μουσικά όργανα υπάκουσαν στα χέρια του (ακορντεόν, κιθάρα, πιάνο...) μεταφέροντας όλη την μαγεία των στίχων του.

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Άννα ΓαλανούΑγγελίνα ΡωμανούΘανάσης ΛιακόπουλοςΈρη ΜαυρογιάννηΜιχαήλ ΆνθηςΜαίρη ΠαναγιώτουM.J. Arlidge
Ελίνα ΒαρβαγήρουΣοφία ΓουδετσίδουΓρηγόρης ΤριγλίδηςΈλενα ΑκρίταΜάριος Καρακατσάνης και Εύα ΠαυλίδουΦωτεινή ΝαούμΤάσος Αγγελίδης Γκέντζος
Τούλα ΜπαρνασάΣήφης ΖερβουδάκηςΕλένη ΚοτσόβολουΓιώργος ΣακκάςΓιάννης ΜπερούκαςΘεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΓιώργος Φάκος