RED X

Η τέχνη δεν κλείνει τα μάτια ούτε δείχνει ανοχή.
Συμβαίνει τριγύρω μας... σε εμάς, στην φίλη μας, στο παιδί μας, την αδερφή ή τη συγγενή μας, τη συνάδελφο...
Η βία κατά των γυναικών είναι έγκλημα και απαντάται παντού.
Η Πολύνα Γκιωνάκη, μέσα από έναν συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό μονόλογο, καλεί όλες τις γυναίκες να σπάσουν τη σιωπή, να βάλουν ένα κόκκινο απαγορευτικό X σε όλους όσους βιάζουν την ψυχή και το κορμί τους.
Αυτό είναι το RED X! 
Στην παράσταση, που ανεβαίνει υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων στο θέατρο Λύχνος Τέχνης & Πολιτισμού (Χαλκιδικής 83, Γκάζι, τηλ. 2110121686) από τις 5 Ιανουαρίου 2017 κάθε Πέμπτη στις 21:00, η Πολύνα Γκιωνάκη ενσαρκώνει την Αλεξάνδρα. Μια γυναίκα που ακούει τζαζ, "χορεύει με το διάβολο" και αναβιώνει τη σχέση που τη σημάδεψε. Η βία του συντρόφου της την ωθεί να αισθάνεται σαν φυλακισμένο ζώο παραδομένο στις ορέξεις του θηριοδαμαστή του. Κι αφού περνά όλες τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, επιχειρεί να σπάσει τα δεσμά της.
Θα τα καταφέρει;

Σημείωμα της Πολύνας Γκιωνάκη:
Αποφάσισα να γράψω αυτό το θεατρικό μονόλογο εκ μέρους όλων των γυναικών που έχουν υποστεί τη βία, ανάμεσα σε αυτές πρέπει να ομολογήσω ότι ανήκω κι εγώ… Επιτέλους, η σιωπή ας σπάσει… 
Η σιωπή δεν είναι χρυσός, είναι μόλυβδος. 
Ανεξάρτητα από το μορφωτικό επίπεδο την κοινωνική και οικονομική της θέση, η κάθε γυναίκα ως αδύναμο φύλο κινδυνεύει να βρεθεί θύμα ψυχολογικής και σωματικής βίας. Η ηρωίδα του έργου η Αλεξάνδρα, ουρλιάζει: «Αξίζω σεβασμό, απαιτώ σεβασμό» και έπειτα αναρωτιέται: «Γιατί; Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου;» Σε αυτό το «γιατί» η τέχνη δεν κλείνει τα μάτια, δεν δείχνει ανοχή. Η τέχνη καλή ή κακή λέει RED X.
Ένας σπαρακτικός μονόλογος για τη βία. Αναφέρεστε στη σωματική βία, την ψυχολογική... για κάθε βία;
Π.Γ.: Αναφέρομαι σε κάθε μορφή βίας, λεκτική, ψυχολογική, συναισθηματική και σωματική. Πρέπει να σας πω ότι η βία δεν έχει τάξη. Ανεξάρτητα από το κοινωνικό, μορφωτικό, οικονομικό επίπεδο κάθε γυναίκα κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να βρεθεί θύμα κακοποίησης. Κάτι πρέπει να γίνει για το τεράστιο αυτό κοινωνικό πρόβλημα και να παλέψουμε όλοι μαζί για την εξάλειψη της βίας με κάθε τρόπο.

Τα ψέματα ανθίζουν στην άμμο

Τα ψέματα ανθίζουν στην άμμο είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του πολυγραφότατου συγγραφέα Νίκου Διακογιάννη που κυκλοφορεί από τις νεοσύστατες εκδόσεις Πνοή
Στο 5ο κατά σειρά βιβλίο του ο κύριος Διακογιάννης επιλέγει να διηγηθεί στο αναγνωστικό κοινό του μία απόλυτα αληθινή ιστορία δημιουργώντας ένα εξαιρετικό κοινωνικό, με κάποιες νότες αισθηματικού, μυθιστόρημα.
Στο επίκεντρο του βιβλίο του βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις σήμερα και πως αυτές μπορούν να αναπτυχθούν μέσω διαδικτύου, σε ένα εικονικό περιβάλλον όπου τα ψέματα ανθίζουν κι αλήθειες κρύβονται με μεγάλη ευκολία...

Τι θα ένιωθε, άραγε, εκείνη όταν θυμόταν όσα είχαν συμβεί και όταν μάθαινε αυτά που αγνοούσε;

Η συγγραφέας Ελένη Γαληνού μας μεταφέρει με την φαντασία της μια συγκινητική ιστορία που διαδραματίζεται στην γενέτειρά της, την Μυτιλήνη. Κεντρικός της ήρωας είναι η ηλικιωμένη Ροζαλία την οποία και συναντούμε να ζει στα ογδόντα της χρόνια σε μια μονοκατοικία στην Αθήνα, συνοδευόμενη από κάποια προβλήματα υγείας.
Η ζωή της αλλάζει κάποιο πρωινό όταν ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη της ένα ταλαιπωρημένο ημερολόγιο για το οποίο όλα τα στοιχεία δείχνουν πως είναι δικό της. Μέσα του μάλιστα συναντά εκτός από κάποια γραφόμενά της και μια ζωγραφιά, στοιχεία τα οποία ωστόσο καλύπτονται από το αδιόρατο πέπλο της επιλεκτικής της αμνησίας. Όμως αυτές οι αναμνήσεις δεν γίνεται να μείνουν για πάντα κρυφές, κι έτσι συναντούμε την ηρωίδα μας να αρχίζει να θυμάται σιγά σιγά όλα εκείνα τα γεγονότα που έδιωχνε πεισματικά απ’ τη μνήμη της, προσπαθώντας παράλληλα να εξιλεωθεί και, αν είναι δυνατόν, να διορθώσει όλα εκείνα τα κακώς κείμενα που εκκρεμούσαν στην ζωή της.
Ο μόνος που στέκει εγκάρδιο στήριγμά της στην πορεία αυτή είναι ο συνομήλικος φίλος της Μάξιμος. Ο οποίος, όπως ομολογεί η ίδια: Αυτός ο άνθρωπος ήταν πάντα δίπλα της. Στοργικός, ευγενικός, προστατευτικός, όμως πάντα φίλος.[1]
Στα επόμενα κεφάλαια η πένα της συγγραφέως μας μεταφέρει σε γεγονότα που συνέβησαν ογδόντα χρόνια πριν, στην Μυτιλήνη του 1936. Τότε που ο ευκατάστατος Ιάκωβος βιώνει συγχρόνως την χαρά και το δράμα. Η γυναίκα του Νόρα έχει μόλις γεννήσει τα δίδυμα κορίτσια τους κι έπειτα ξεψυχά βυθίζοντας τον άντρα της σε κατάθλιψη. Τα παιδιά παίρνουν τα ονόματα Αιμιλία και Ροζαλία και μεγαλώνουν με την φροντίδα και την αγάπη την μόνης υπηρέτριας που απέμεινε στην άλλοτε πλούσια οικογένεια, της Ευανθίας.
Ωστόσο ο πόνος του Ιάκωβου για τον χαμό της αγαπημένης του Νόρας τον ωθεί ν’ απαρνηθεί τις χαρές της ζωής και ν’ αδιαφορήσει για την ανατροφή των δυο κοριτσιών του. Το ίδιο συμβαίνει συγχρόνως και για τα χρέη του που διογκωνόταν όλο και περισσότερο. Σε τούτη τη δύσκολη και παρατεταμένη περίοδο, έβρισκε μοναδική διέξοδο στο ποτό, προσπαθώντας μάταια να σβήσει το παρελθόν.
Παρότι στερημένες λοιπόν από την πατρική αγάπη και τις όποιες άλλες κοινωνικές συναναστροφές θα έπρεπε να είχαν ως παιδιά, οι κοπέλες μεγαλώνουν με όλους τους καλούς τρόπους που τους μαθαίνει η Ευανθία. Τρόπους δηλαδή που ήταν εφάμιλλοι με την περηφάνια που κουβαλούσε η γενιά τους.
Όμως οι επιλογές του Ιάκωβου ήταν μοιραίο να τον οδηγήσουν σ’ αυτό που ενδόμυχα ποθούσε: Το μαράζι ρούφηξε και την τελευταία στάλα ζωής του και σε λιγότερο από χρόνο τον απάλλαξε από ο βάρος τούτης της μίζερης, εγκαταλελειμμένης ύπαρξης.[2]
Στα επόμενα χρόνια η ανέχεια και η συνεχής προσπάθεια για να μεγαλώσουν τα παιδιά με αξιοπρέπεια κάτω από την προστασία της Ευανθίας, συνεχιζόταν αμείωτη. Το μεγαλοπρεπές σπίτι που κατοικούσαν ήταν και το μόνο περιουσιακό στοιχείο που τους έμενε, μα κι αυτό κατέρρεε. Σύντομα αποφασίζουν από κοινού η γηραλέα Ευανθία και οι δεκατετράχρονες Ροζαλία και Αιμιλία να το πουλήσουν.
Το σχέδιο της υπηρέτριας που τώρα πια είχε γίνει πνευματική τους μητέρα, ήταν ένα: Η μόνη λύση που μπορώ να σκεφτώ είναι να το πουλήσουμε. Οι τρεις μας θα μετακομίσουμε στο σπιτάκι του κήπου, κάτω κάτω στο κτήμα.[3]
Τελικώς, το αρχοντικό τους πουλήθηκε στον Δημήτριο Συμεωνίδη, έναν ευκατάστατο άντρα γύρω στα εβδομήντα (…) Με καταγωγή από τη Σμύρνη, είχε μεγάλη αγάπη για τα παράλια της Μικράς Ασίας, τα ένιωθε πάντα σαν πατρίδα του (…) Η ιστορία της Ευανθίας και των ορφανών κοριτσιών του Ιάκωβου Καρέλλη ήταν σαν να χτύπησε μια πολύ ευαίσθητη χορδή μέσα του. Κι ο ίδιος είχε ορφανέψει από παιδί και δεν θα ξεχνούσε ποτέ ότι είχε υπάρξει τυχερός που μπόρεσε να διατηρήσει την οικογενειακή του περιουσία.[4]
Η άφιξή του μάλιστα στο νησί έμελλε να ενεργοποιήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις μετέπειτα ζωές των ηρώων μας…

Στην διάρκεια της ανάγνωσης του έργου ζούμε την συγκινητική προσπάθεια των ηρώων να ζήσουν τα όνειρά τους, μαχόμενοι τόσο μες από όρκους καρδιάς όσο και ιστορικά γεγονότα που θα φέρουν ανατροπές στις ζωές τους. Σ’ αυτό βοηθά τόσο ο τρόπος που μας παρουσιάζει τα γεγονότα η συγγραφέας, όσο και η γλαφυρότητα των λέξεων της, για τις οποίες φροντίζει να σταλάζουν σταγόνα σταγόνα περισσότερες μνήμες[5] στα δικά μας ερωτήματα.
Θα συναντήσουμε απογοητεύσεις και εξομολογήσεις, με τους πρωταγωνιστές να μονολογούν ότι η αληθινή αγάπη σου χτυπάει την πόρτα μόνο μια φορά, και την δική μου την έχει ήδη χτυπήσει, μόνο που εγώ δεν έπρεπε να της ανοίξω.[6]
Και στο τέλος το σημαντικότερο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ένα: Τι θα ένιωθε, άραγε, εκείνη όταν θυμόταν όσα είχαν συμβεί και όταν μάθαινε αυτά που αγνοούσε;[7]
Κλικ για περισσότερα του Θεόφιλου
Το μυθιστόρημα της Ελένης Γαληνού, Όσα δεν έγιναν λέξεις, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Δείτε το!
Στο οπισθόφυλλο λέει:
Αθήνα 2016. Η Ροζαλία, μια ογδοντάχρονη γυναίκα, ζει μόνη σε μια παλιά μονοκατοικία στην Αθήνα. Ένα πρωί ανακαλύπτει στη ράχη της βιβλιοθήκης της ένα ξεφτισμένο ημερολόγιο. Από τον γραφικό χαρακτήρα αντιλαμβάνεται πως είναι δικό της, όμως αδυνατεί να θυμηθεί την ύπαρξή του. Καθώς το ξεφυλλίζει, εκπλήσσεται δυσάρεστα. Οι σκισμένες σελίδες, οι μουτζούρες και οι βίαια κομμένες φωτογραφίες δεν αρμόζουν στον ευγενικό της χαρακτήρα. Σε κάποια σελίδα συναντάει μια ζωγραφιά που της κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον από τον περίεργο τρόπο που είναι κομμένη. Πασχίζει να βρει απάντηση, όμως παράλληλα νιώθει πως αυτή η λήθη την προστατεύει από κάτι σκοτεινό και απειλητικό.
Το βράδυ, καθώς πηγαίνει να κοιμηθεί κρατώντας το ημερολόγιο, ένα χαρτάκι θα γλιστρήσει από μέσα, όμως εκείνη δεν θα το δει. Είναι το κομμάτι που έλειπε από τη ζωγραφιά που τόσο την είχε προβληματίσει.
Το σκουριασμένο γρανάζι της μνήμης θα αρχίσει πάλι να γυρνάει και να φέρνει στο φως συγκλονιστικά γεγονότα, ανατρεπτικές αλήθειες, έρωτα, προδοσία, παιχνίδια της μοίρας και του μυαλού, που συντάραξαν τη ζωή της. 
Ένα σκισμένο ημερολόγιο, μια παλιά ζωγραφιά και οι χτύποι ενός ρολογιού θα ενώσουν και τα τελευταία κομμάτια της ιστορίας της και με τον τρόπο τους θα αποκαλύψουν Όσα δεν έγιναν λέξεις. 

Περισσότερα από/για την Ελένη Γαληνού:

Σίρλεϋ Βαλεντάιν

Η Σίρλεϋ Βαλεντάιν είναι μια πενηντάρα Βρετανίδα που κάνει την επανάστασή της απέναντι σε όσα την καταπίεζαν στην ως τότε ζωή της, ταξιδεύει στην Ελλάδα και κάνει την ενδοσκόπησή της. Το έργο είναι του Willie Russell (συγγραφέα επιτυχιών όπως «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» και «Blood brothers») κι έκανε πρεμιέρα στο Λονδίνο το 1986 με τη Noreen Kershaw στον ομώνυμο ρόλο. Ένα κείμενο που πήρε δύο βραβεία Lawrence Olivier μεταξύ άλλων και το 1989 έγινε και ταινία με την Pauline Collins.
Η Σίρλεϋ είναι μια νοικοκυρά παγιδευμένη σε έναν γάμο με έναν άντρα που της συμπεριφέρεται αυταρχικά, αυστηρά κολλημένο στο πρόγραμμα των ημερών του και αν ξεφύγει κάτι είναι ικανός να κάνει τρομερή φασαρία. Τα δυο τους παιδιά είναι πλέον στις δικές τους ζωές, η κόρη συντηρητική σαν τον πατέρα και ο γιος ρηξικέλευθος και ανοιχτόμυαλος. Η Σίρλεϋ μιλάει στον τοίχο για τα όνειρά της, τις προσδοκίες της, την ανάγκη της για έρωτα, να ξαναζήσει τη ζωή της και αναρωτιέται πότε το «εσύ» έγινε «αυτό» που μαγειρεύει και πλένει. Μια φίλη της Σίρλεϋ της κάνει δώρο εισιτήρια για την Ελλάδα κι αναρωτιέται αν θα το κάνει, πώς θα το κάνει, πώς θα αντιδράσει ο άντρας της κ.λ.π.
Το κείμενο είναι διασκεδαστικό και συγκινητικό, γεμάτο από τα συναισθήματα όλων των παγιδευμένων πενηντάχρονων γυναικών σε γάμους-ερείπια που δεν έχουν τη δύναμη, τη θέληση και την αυτοπεποίθηση να κάνουν μια νέα αρχή, όχι απαραίτητα επανάσταση αλλά να ξανασυστηθούν με τους άντρες τους. Από το 1986 βέβαια ως σήμερα έχουν πολλά ειπωθεί πάνω σε αυτό το θέμα, γι’ αυτό ίσως κάποιες σκέψεις να φανούν κλισέ στους σημερινούς θεατές. Αυτό όμως δε με εμπόδισε να δακρύσω στις αρχές της ιστορίας και να χαμογελάσω με ικανοποίηση όταν έπεσε η αυλαία.
Η μετάφραση του Αλέξανδρου Ρήγα έδωσε κάποιες διακριτικές πινελιές γύρω από την οικονομική κατάσταση του σήμερα, που δημιούργησαν περισσότερο γέλιο, δεν τοποθετήθηκαν όμως εις βάρος του βασικού κειμένου. Η σκηνοθεσία της Πέμυς Ζούνη έδωσε πνοή στον μονόλογο ενώ οι μαγνητοσκοπημένες λήψεις από τα στενά της Πλάκας και τη θάλασσα του Αιγαίου με έκαναν να αγαπήσω εκ νέου τη χώρα μου για τις ομορφιές της.
Η Ελένη Καστάνη είναι μια ηθοποιός κωμική κατά κύριο λόγο, οι ελάχιστες εμφανίσεις της όμως σε δραματικούς ρόλους έχουν δείξει πως και σε αυτό το είδος μπορεί να διαπρέψει (δε θα ξεχάσω ποτέ τον ρόλο της στην τηλεταινία του MEGA «Ό δρόμος»). Έτσι, η παράσταση της Σίρλεϋ Βαλεντάιν είναι ο ιδανικός συγκερασμός και των δύο ταυτοτήτων που μπορεί να υπηρετήσει πολύ καλά η ηθοποιός. Πέρασα πολύ όμορφα, δεν κουράστηκα καθόλου και στενοχωρέθηκα γιατί 30 χρόνια μετά υπάρχουν ακόμη γυναίκες σαν τη Σίρλεϋ που δεν μπορούν να πάρουν το πρώτο αεροπλάνο και να φύγουν μακριά από ό,τι τελματώνει τη ζωή τους.
Κλικ για περισσότερα του Πάνου
Στο δελτίο τύπου αναφέρει ότι...

Ξέχνα τις αναμνήσεις

Από τις πρώτες σελίδες έχει ένα έντονο άρωμα επαρχίας, της ελληνική επαρχίας, όπως την ξέρουμε όλοι, με τα καλά και τα όποια μείον της. Πολλές ιδιαίτερες εκφράσεις ντοπιολαλιάς απαντώνται σε όλη την έκταση, κι έτσι μαζί με την ιστορία της Ντόνας, πιάνεις τον εαυτό σου να αναζητά τις ερμηνείες διάφορων λέξεων όπως: αργιά, μήνωνε, μπίτι, νογάς, δεφτέρια, μπεσίκι, αναδεξιμιά, κουταλήδες (κάτι σαν λουκουμάδες ή τηγανίτες), βρέι, πισάχναρο, λακριντί, φακιόλι, τσιφούρι... και πολλές πολλές άλλες που είτε τις αναγνωρίζεις ακόμα κι αν δεν περιλαμβάνονται στο καθημερινό σου λεξιλόγιο είτε προκύπτουν από την αφήγηση. Άνθρωποι απλοί ξεπροβάλλουν με προλήψεις όπως όταν δεν ξεχνούν ν' αφήσουν και τις δυο εξώπορτες ανοιχτές, για να γυρίσει κάποια στιγμή πάλι στο σπίτι του ο ταξιδιώτης ή όταν -στα ελάχιστα χιουμοριστικά σημεία του βιβλίου- χρησιμοποιούν εκείνον τον "πίνακα ανακοινώσεων" όπως λένε τον κορμό της συκιάς στην πλατεία. Σελίδα τη σελίδα ξεπροβάλλουν ήθη και έθιμα της τοπικής κοινωνίας ως απαραίτητα μυρωδικά που θα νοστιμίσουν το σύνολο όμως αυτό το ειδυλλιακό τοπίο του χωριού αμαυρώνεται από τις κοινωνικές συμβάσεις που λειτουργούν ως υποχρεώσεις, ισχύουν χωρίς εξαιρέσεις και περιλαμβάνουν από ακραίο συντηρητισμό μέχρι άγραφους νόμους που απαιτούν πλήρη υπακοή. Κι όταν κάπου θα πει η παράδοση δεν πρέπει να σπάσει, δεν εννοεί απλά ένα έθιμο σε μια γιορτή.

Η συγγραφέας δεν προσδιορίζει άμεσα το χρόνο κι εκεί που το κάνει, όταν το κάνει, συμβαίνει μέσα από έμμεσες αναφορές. Για πρώτη φορά τοποθετείται χρονικά μετά τις πρώτες 50 σελίδες όταν το πραξικόπημα μπαίνει στις ζωές των ηρώων. Από εδώ και πέρα ο αναγνώστης είναι σε θέση να κάνει διάφορους υπολογισμούς και να μάθει πότε γεννήθηκε η Ντόνα, για παράδειγμα.
Βέβαια, και ως προς τον τόπο είναι εξίσου φειδωλή. Δε θα μάθουμε ποτέ σε ποιο ελληνικό χωριό ζει ο παππούς με τη γιαγιά, πού γεννήθηκε και μεγάλωσε η ηρωίδα, σε ποιο νομό και σε τι υψόμετρο.
Αυτή η εμμονή της να μην αναλύει τα πάντα διεξοδικά λειτουργεί υπέρ της μυθογραφίας γιατί αφήνει στον αναγνώστη της την ικανοποίηση να βρει μέσα στο βιβλίο εκείνο που, μπορεί να μην αναφέρεται όμως, υπάρχει, βρίσκεται εκεί και είναι στο χέρι του να το ανακαλύψει.

Χαρακτηριστικό της γραφής της Ντιάνας Παλαιολόγου και οι ανύπαρκτοι διάλογοι με την μορφή που τους έχουμε συνηθίσει στην πλειοψηφία των μυθιστορημάτων. Εδώ, οι διάλογοι ενσωματώνονται στις περιγραφές, είναι σύντομοι, ολιγόλογοι και δεν διαθέτουν αυτονομία ή μακροσκελείς ανταπαντήσεις. Ό,τι ειπώθηκε αναμεταξύ δύο ή περισσοτέρων αποτελεί τμήμα της ιστόρησης, διαβάζεται ως ενιαία προέκτασή της κι έτσι οι εικόνες που προσφέρονται είναι πιο δυνατές από τις αναμενόμενες σε γενικές γραμμές συζητήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν ανάμεσα στους χαρακτήρες. Η ανάγνωση είναι αδιάσπαστη και η εμπειρία ανενόχλητη ενώ τίποτα δεν παρεκκλίνει από τη ροή και το ύφος της συγγραφέως. Εξάλλου, δε της αρέσει να χωρίζει την ιστορία της σε κεφάλαια, ούτε σε μέρη. Μικρές και μεγαλύτερες εικόνες και περιγραφές διαδέχονται η μία την άλλη μένοντας πιστές ως προς τη χρονική σειρά των γεγονότων δημιουργώντας μία ενιαία αφηγηματική συνέχεια.

Προσέχω ότι της αρέσουν οι αλληλουχίες μικρών φράσεων, λέξεων, ρημάτων ή προσδιορισμών για να περιγράψει μια κατάσταση όπως για παράδειγμα όταν λέει: αυτή ακούει, βλέπει, νιώθει, διαισθάνεται, πικραίνεται, θλίβεται, απογοητεύεται, μα πάνω απ' όλα φοβάται... ή αλλού που σημειώνει: επειδή είναι μια πανέμορφη και αγαπητή και συμπονετική και γλυκιά κοπέλα που ξέρει ότι κάτι τέτοιο, ή κάτι παρόμοιο, ή και χειρότερο, θα επαναληφθεί.
Η τεχνική χρησιμοποιείται ακόμα και σε διαλογικά μέρη με τη μορφή των αλλεπάλληλων ανταποκρίσεων της μίας πλευράς όπως στο σημείο που λέει: πότε τα έκανες τα μαθήματα, δεν έλεγες λέξη, τι, ήτανε κι αγόρια εκεί;, α για κάνα παλιογερμανό στολιζόσουνα... Οι απαντήσεις της άλλης πλευράς δε χρειάζονται γιατί προκύπτουν νοηματικά και ό,τι δεν είναι και τόσο απαραίτητο δεν εμφανίζεται στις σελίδες. Δεν την ενδιαφέρει να προσδιορίσει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν επαναλαμβάνεται πουθενά.
Άλλο χαρακτηριστικό της συγγραφέως... η αντιστροφή των λέξεων στη συντακτική σειρά με την οποία συναντώνται συνήθως, όπως για παράδειγμα: ...τώρα και δυο χρόνια... ...απουσιάζουν δήθεν... ...λόγια γλυκά... ...σημάδι καλό... ...κόσμο πολύ... ...ώρα πολλή... ...λέξη καμιά.
Τέλος, στα χαρακτηριστικά του βιβλίου που του προσδίδουν μοναδικότητα και αυθεντική πένα αξίζει να σημειωθεί η παντελής έλλειψη επωνύμων. Εκτός του κυρίου Τρέφτσγκη δε θα μάθουμε ποτέ το πατρικό όνομα της Σάνη, το επώνυμο του Ιωνά, του Μαξιμίλιαν ή του Παύλου.
Στην υπόθεση... το βιβλίο δημιουργήθηκε για να γνωρίσουμε την Ντόνα, να τη δούμε να γεννιέται, να μεγαλώνει και να δημιουργεί. Είναι το τρίτο και ανεπιθύμητο παιδί μιας επαρχιώτικης οικογένειας που γνωρίζει την αγάπη μόνο από στενούς συγγενείς. Ένας ανήσυχος και προβληματικός πατέρας επιβάλει την μετανάστευσή τους σε τόπο μακρινό και ξένο, διχάζει και απομονώνει τα μέλη της οικογένειας ενώ ορίζει κατά το δοκούν τη ζωή της Ντόνας. Η Ντόνα θα ζήσει τραγικές στιγμές, θα δεσμευτεί σε έναν αταίριαστο γάμο, θα βιώσει ταπεινώσεις, αδικίες, μεθοδεύσεις, ζήλειες... χείριστες στιγμές αλλά και υπέροχες. Κι από εκείνες τις υπέροχες θα κρατηθεί για να συνεχίσει, θα αντλήσει δύναμη για να αμυνθεί στα σκληρά χρόνια. Όταν η ηρωίδα αναρωτιέται πώς να γραφτεί η μελαγχολία ατόφια, η λύπη και η αγωνία πώς να ζωντανέψουν σ' ένα χαρτί είναι σα να αναρωτιέται και η Ντιάνα μαζί της, όμως η δεύτερη βρήκε τον τρόπο γράφοντας την ιστορία της.

Η ιστορία της Ντόνας είναι δραματική. Ολόκληρο το μυθιστόρημα διακρίνεται για το μελοδραματισμό του που καλύπτει όλες τις αποχρώσεις από τις μικρές παιδικές απογοητεύσεις μέχρι τα ενήλικα σοβαρά ζητήματα και προβλήματα. Ο δρόμος της ηρωίδας μόνο ροδοστρωμένος δεν είναι και η Ντιάνα αναδεικνύει μέσα από την ιστορία της δύο τεράστια κοινωνικά ζητήματα.
Αρχικά το θέμα του ανεπιθύμητου παιδιού. Αργότερα την ενδοοικογενειακή βία.
Το θέμα του ανεπιθύμητου τέκνου μιας οικογένειας δεν είναι από εκείνα που θεωρούνται πολυσύχναστα στις μυθογραφίες, και ένας λόγος παραπάνω που σε αυτό το βιβλίο το ζήτημα δίνεται από την πλευρά του παιδιού. Σε μια χαρακτηριστική φράση θα καθρεφτίσει την ψυχολογία ενός τέτοιου παιδιού: θέλει να βρίσκεται κοντά τους, θα πει, μολονότι νιώθει σαν μια σκιά ανάμεσά τους, πολύ ενοχλητική σκιά.
Όσο αφορά την ενδοοικογενειακή βία, την προβάλει σε όλες της τις διαστάσεις: από τον πατέρα προς την κόρη, από τον άντρα προς τη σύζυγο, σε επίπεδο λεκτικής βίας όσο και σε επίπεδο σωματικής... κάθε έκφραση και περίπτωση που αντιστοιχεί σε αυτό που μπορεί να περικλείει η λέξη βία μέσα σε μια οικογένεια. Σε όλα.
Έχοντας σύμμαχό της μια ηρωίδα με μεγαλύτερη σοφία από όση θα περίμενε κανείς σε ένα έφηβο κορίτσι και με μεγάλο απόθεμα εσωτερικής δύναμης ξεκινά το ταξίδι της ζωής της που μόνο εύκολο δεν είναι. Το πόσο σε κάνει να μισήσεις, να οργιστείς με εκείνον τον πατέρα δε λέγεται! Ο ίδιος δεν αποκαλείται ποτέ πατέρας, τουλάχιστον όχι όσο ζει, παρά μονάχα με το όνομά του, Ιωνάς, ως ένδειξη απόστασης από όσα πρεσβεύει και σαφής απόδειξη της απέχθειας που προκαλεί με το χαρακτήρα και τη στάση του, για τη μοναρχία του μέσα στο σπίτι, για τις απόψεις του, για την απαράδεκτη συμπεριφορά του που ξεκινά από την κάθε μορφή βίας και φτάνει ως τον διαχωρισμό των παιδιών του. Δε μιλάει κανείς γι' αυτό που λείπει, επειδή λείπουν πολλά... ... Λείπει μια όμορφη ζωή... λέει η Ντόνα και γράφει η Ντιάνα αλλά εκείνο που σίγουρα δεν λείπει από την ηρωίδα της είναι η υπομονή, η επιμονή και ο στόχος. Κάποτε η Ντόνα θα παντρευτεί, έναν επίσης ακατάλληλο άντρα στα χέρια και τις ορέξεις του οποίου θα κακοποιηθεί με όλους τους δυνατούς τρόπους. Το δράμα της φαντάζει ατελείωτο. Πρώτα ο απαράδεκτος Ιωνάς, τώρα ο επίσης απαράδεκτος (καιροσκόπος και φιλοχρήματος μεταξύ άλλων) σύζυγος... και κοινός παρονομαστής οι κοινωνικές συμβάσεις και τα ταμπού. Σε μια φράση περιγράφει εύστοχα την κατάσταση: Εγκλωβισμένη καθώς είναι στην κακώς νοούμενη ηθική, πού να σκεφθεί να τον χωρίσει! Η αδιανόητη ιδέα του χωρισμού λόγω μιας κακώς νοούμενης ηθικής. Φτάνει άραγε να 'χει κανείς μονάχα δίκιο; ρωτάει, για να απαντήσει από μόνη της: τι αλλάζει με το να λέει κάποιος στον άλλο «έχεις δίκιο»; Τίποτα. Απλώς το λέει για παρηγοριά, αν δεν μπορεί να βοηθήσει ν' αλλάξουν οι καταστάσεις, ν' απαλύνει τον πόνο ή τον καημό. Ίσως και για ν' απαλλαγεί ο ίδιος από τυχόν ενοχές ή υποχρεώσεις... και τα έχει πει όλα. Όλα προς όλους. Προς κάθε θύμα αυτής της κοινωνίας αλλά και προς κάθε σκεπτόμενο πολίτη που αρκείται να δίνει δίκιο στις Ντόνες αυτού του κόσμου λες και φτάνει για όλα αυτό. Με λεπτή ειρωνεία κατακεραυνώνει τους κακούς χαρακτήρες σε όλη την έκταση ενώ με μικρές εμβόλιμες φράσεις λέει τη γνώμη της, όπως όταν, περιγράφοντας την ηρωίδα της, θα πει: καλή μητέρα και -βλακωδώς σκεπτόμενη- υπομονετική σύζυγος... μέχρι να καταλήξει στο σημαντικότερο όλων: να προστατεύει όσο καλύτερα μπορεί τον εαυτό της, να τον αγαπάει και να τον σέβεται.

Ξέχνα τις αναμνήσεις, γράφει η Ντιάνα Παλαιολόγου και είμαι σίγουρη ότι πολλά από τα παραπάνω σας έκαναν να δείτε πια αλλιώς τον τίτλο τού βιβλίου αν και, οφείλω να συμπληρώσω, οι αναμνήσεις εκείνου του ανεπιθύμητου παιδιού δεν είναι μόνο κακές. Στο μυθιστόρημα, πέρα από την συγκίνηση και την οργή -συναισθήματα που κυριεύουν- συναντάμε και δύο μεγάλες αγάπες, τεράστιες και ανυπέρβλητες. Του παππού και της γιαγιάς, όπου κυριαρχεί η απόλυτη αφοσίωση ως το σημείο που δε μπορεί πια ο ένας να αποκοπεί από τον άλλο παρά μονάχα να υπάρξουν μαζί ως ένα, και μία ακόμη που θα την ανακαλύψετε μόνοι σας.
Σίγουρα θα ξεχωρίσετε την άδολη αγάπη που η ηρωίδα μας εισπράττει αφιλοκερδώς από τους σκύλους της, την αφοσίωση των οποίων χρωματίζει περιτέχνως η συγγραφέας σε όλη την έκταση και προδίδει την ξεκάθαρη αγάπη που τρέφει η ίδια προς τα συμπαθέστατα κατοικίδια σε ένα: αυτή είναι αγάπη.
Όταν η Ντόνα ζήσει στην Γερμανία προκύπτει μοιραία μια σύγκριση της Ελλάδας με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες εστιασμένη σε ό,τι αφορά τον πουριτανισμό και συντηρητισμό της πρώτης και στην σχετική έννοια της ελευθερίας.
Κλείνει γλυκά, όμορφα και ήσυχα με συναισθήματα όπως: αγαλλίαση και κεκτημένα όπως: εμπειρία, απόσταγμα ζωής και απολογισμός.

Υ.Γ.: Θα θυμάμαι για πάντα τις παροιμίες της: Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη μένει. Στον κόσμο τριαντάφυλλο, στο σπίτι μου αγκάθι.
Κλικ για περισσότερα της Τζένης
Το μυθιστόρημα της Ντιάνας Παλαιολόγου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνεμος.
Διαβάστε ένα απόσπασμα!

Οι πλαγιογραμμένες εκφράσεις είναι αποσπάσματα από το μυθιστόρημα.
Ευχαριστώ τις εκδόσεις Άνεμος για την προσφορά του βιβλίου.

«Δημιουργία, βίτσιο και οργασμός για μένα η γραφή», Μαρία Μητσιούλη

Πότε αρχίσατε να γράφετε;
Μ.Μ.: Εξ-απ-ανέκαθεν!, που λέω κι εγώ. Χαρακτηριστική εμφατική απάντησή μου σε ερώτηση απορίας με γουρλωμένα μάτια και σαλάκια στο χείλος της κάτω σιαγόνας. Ίσως και από την κοιλιά της μάνας μου.

Ποια έργα σας έχουν δημοσιευθεί ή εκδοθεί μέχρι σήμερα; 
Μ.Μ.: Μία νουβέλα, πολλά ποιήματα και αρκετά διηγήματα είναι το πνευματικό μου βιος. Ένα εκ των διηγημάτων μου έχει βραβευτεί τον Ιανουαρίου του 2016 με το Α' βραβείο μεταξύ 80 διηγημάτων σε Πανελλήνιο Λογοτεχνικό διαγωνισμό και αυτή τη στιγμή "μοστράρει" καμαρώνοντας σ΄ ένα βιβλίο των εκδόσεων iWrite σε συλλογική δουλειά 22 Διηγημάτων, με τίτλο «Οι Μάγισσες της Θεσσαλίας». Προσφάτως, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, διακρίθηκα με έπαινο για ένα άλλο μου διήγημα με τίτλο «Σαλαάμ», σ΄ έναν ακόμη Λογοτεχνικό διαγωνισμό μεταξύ 87 έργων των εκδόσεων Γράφημα και GoodBooksWeb.com. Επίσης ετοιμάζω το πρώτο λογοτεχνικό μου βιβλίο. Ένα μυθιστόρημα.

Ποιοι ανήκουν στους αναγνώστες σας;
Μ.Μ.: Θεωρώ ότι η επιλογή μου από τους αναγνώστες μου -είτε σε έντυπο υλικό, είτε μέσω του διαδικτύου... εκεί μέσω του λογαριασμού μου στο FB- γίνεται με κριτήριο την αμεσότητά μου. Περιγραφική, λιτή και ουσιώδης. Χωρίς "φαμφαρολογίες" και ροζ συννεφάκια η γραφή μου!Περιεκτική αλλά συνάμα αφοπλιστικά πλούσια ως προς τη χρωματική λεκτική μου παλέτα. Το κοινό των αναγνωστών μου ποικίλει ως προς την ηλικία και το φύλο, για τους λόγους που ακριβώς περιέγραψα πιο πάνω. Η αγάπη, ο έρωτας, η επιθυμία, ο χτύπος της καρδιάς δεν διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Διαδικαστικές είναι οι διαφορές αλλά το συναίσθημα είναι υπαρκτό για όλους!

Τι εύχεστε για το μέλλον;
Μ.Μ.: Να συνεχίσω να "στοχεύω". Αυτό που με νοιάζει είναι να μπορώ να ταξιδεύω -κι αν καταφέρω να κάνουν κι άλλους ανθρώπους να το βιώσουν μαζί μου, αυτό θα ήταν επίτευγμα για μένα!- μέσα από τα γραπτά μου. Να ξεμπουκώνω και να λύνομαι. Ψυχοθεραπεία, ανάγκη, έκφραση, ερωτισμός. Όπως και δημιουργία, βίτσιο και οργασμός για μένα η γραφή. Στόχος μου να μη σταματήσω να τα βιώνω όλα αυτά!

Πως περιγράφετε τον εαυτό σας;
Μ.Μ.: Μία ρεαλιστική παραμυθού είμαι, γεμάτη όμως από ερωτισμό και λαγνεία. Ένα κουλτουριάρικο αλάνι.
Αυτές ήταν οι απαντήσεις. Για τις ερωτήσεις δε παίρνω όρκο.
Δείτε περισσότερα από τη στήλη Στις5 ακολουθώντας τον σύνδεσμο.

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το διήγημα της Μαρίας Μητσιούλη, Σαϊμέ Σουλτάν, η μάγισσα:

Ο Garth Risk Hallberg για την Πόλη στις φλόγες

Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Πόλη στις φλόγες, Garth Risk Hallberg, απαντά στις ερωτήσεις της Κατερίνας Χαρίση σχετικά με το βιβλίο του και τη συγγραφή. Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος και θα μάθετε περισσότερα από την ίδια ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο ή με επίσκεψη στη σελίδα των εκδόσεων. Ένα απόσπασμα θα βρείτε εδώ! Η μετάφραση των απαντήσεων και όσα ακολουθούν έγιναν από την Κατερίνα Χαρίση.
Θα ήθελα να μάθω τη χειρότερη στιγμής της συγγραφής του βιβλίου Πόλη στις Φλόγες. Αν φτάσατε κάπου και κολλήσατε, ανήμπορος να συνεχίσετε. Αν σκεφτήκατε ποτέ πώς είναι αδύνατο να παραμείνεις πιστός στην ίδια ιστορία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
G.R.H.: Ενδιαφέρουσα ερώτηση, και ομολογώ πως κανείς δε με έχει ξαναρωτήσει κάτι τέτοιο ως τώρα. Δεν είμαι σίγουρος πως το καλύτερο ή χειρότερο, καλό ή κακό, είναι οι κατάλληλες λέξεις για να περιγράψεις τις στιγμές της συγγραφής, γιατί όταν αποφασίζεις να μπεις βαθιά σ’ αυτόν τον κόσμο, τα όρια μοιάζουν να εξαλείφονται. Είναι και απερίγραπτη ευχαρίστηση, και απίστευτο μαρτύριο, πολλές φορές και τα δύο μαζί ταυτόχρονα. Όμως πράγματι, θυμάμαι μια πολύ δύσκολη στιγμή του.
Κόντευα να τελειώσω το πρώτο draft -το πρώτο πέρασμα- όταν η γυναίκα μου ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Κι εγώ σκέφτηκα: Εντάξει, έχω άλλους εννιά μήνες μέχρι το μωρό να γεννηθεί, μπορώ απλά να επιταχύνω στις τελευταίες σελίδες και να το τελειώσω. Αλλά μετά το ξανασκέφτηκα: Όχι. Ίσως καλύτερα να προσπαθήσω απλά να φτάσω στο σημείο πριν το μπλακάουτ. Γιατί για να γράψω την υπόλοιπη ιστορία, μετά το μπλακάουτ, πρέπει να είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας άλλος από αυτόν που ξεκίνησε να γράφει αυτή την ιστορία, και ίσως το γεγονός ότι θα γίνω πατέρας να φέρει αυτή την αλλαγή μέσα μου (υπάρχουν πολλά στοιχεία σχετικά με την οικογένεια, τους γονείς και τα παιδιά μέσα στο βιβλίο).
Έτσι τέλειωσα το draft του έκτου μέρους ακριβώς μια μέρα πριν γεννηθεί ο γιος μου, κι αυτό που μου απέμεινε ήταν απλά να γράψω για το μπλακάουτ. Τελικά ανακάλυψα ότι το πρώτο μου καλοκαίρι ως πατέρας με βρήκε όντως διαφορετικό άνθρωπο, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμενα, όχι σοφότερο και ωριμότερο, αλλά αντίθετα αργοκίνητο, μουδιασμένο, κουρασμένο. Άρχισα να ξυπνάω στις 4 τα ξημερώματα για να βάλω το μωρό πάλι να κοιμηθεί, κι ύστερα να αρχίσω να γράφω κάτω από το θολό φως μιας μικρής λάμπας. Μου φαινόταν αδύνατο, ένιωθα πως είχα μπροστά μου ένα χάος κι εκείνο το καλοκαίρι ήταν από τα πιο δύσκολα και ζεστά που είχα ζήσει.
Το μπλακάουτ μου πήρε πολλούς μήνες για να το γράψω κι έναν ολόκληρο χρόνο επιπλέον για να το ξαναγράψω και να το φέρω στην τελική μορφή του. Όμως σκεφτόμουν: Εντάξει, ίσως αυτό να είναι το σωστό, ίσως έτσι πρέπει να γίνει. Είμαι στο σκοτάδι, μες τη ζέστη του καλοκαιριού, όπως ακριβώς και οι ήρωές μου, κι ακροβατώ μαζί τους μεταξύ της λογικής και της τρέλας. Και σίγουρα μετά από 800 σελίδες κι οι αναγνώστες θα είναι πιο αργοί και κουρασμένοι. Είμαστε μαζί σε όλο αυτό.

Σκεφτήκατε ποτέ να τα παρατήσετε; Πως δε θα καταφέρνατε να αντεπεξέλθετε και δεν θα μπορούσατε να κρατήσετε το ρυθμό του μέχρι το τέλος;
G.R.H.: Σίγουρα υπήρξαν στιγμές που φοβήθηκα πως θα έχανα το ρυθμό όπως είπες, αλλά ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα να τα παρατήσω. Ο στόχος μου πάντα είναι να γράφω λες και δεν υπάρχει αύριο, λες και αύριο θα είμαι νεκρός, έτσι, ακόμα κι αν ήμουν 60 χρονών κι έγραφα αυτό το τρελό βιβλίο, τουλάχιστον θα ήξερα πως έκανα αυτό που αγαπώ.

Αλήθεια τώρα, γιατί γράφετε; Λένε πως είναι κατάρα κι ευλογία μαζί. Το νιώθετε ποτέ σαν κατάρα; Νιώθετε εικόνες και λέξεις και ιστορίες να γεμίζουν το μυαλό σας την πιο λάθος στιγμή, που δεν υπάρχει τρόπος να τις γράψετε ή έστω να κρατήσετε σημειώσεις και χάνονται για πάντα, ενώ θα μπορούσαν να είναι η καλύτερή σας στιγμή; Υπάρχουν ιστορίες που δεν βρίσκουν το δρόμο τους στο χαρτί;
G.R.H.: Πιστεύω πως η συγγραφή είναι ένα είδος θλίψης. Το μεγαλύτερό μου όνειρο ως έφηβος ήταν να γίνω ποιητής, κι υπάρχει μια ολόκληρη γενεαλογία στην ποίηση που πηγαίνει πίσω στην προφητική παράδοση, υπάρχει το ποίημα ως όραμα που έρχεται μέσα σου χωρίς να το έχεις ζητήσει και χωρίς να το περιμένεις. Δεν μπορώ να πω κάτι ανάλογο για τη δική μου δουλειά, αλλά πάντα έχω την αίσθηση πως αυτό που κάνω δεν είναι κάτι συνηθισμένο, ούτε ακριβώς στα πλαίσια της λογικής. Ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας Ντέιβιντ Μάμετ είπε κάποτε πως οι συγγραφείς γράφουν για να γεφυρώσουν το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ συνειδητού κι ασυνείδητου. Κι η αλήθεια είναι πως ναι, υπάρχουν περισσότερες στιγμές που το μυαλό μου είναι γεμάτο από ιδέες και ιστορίες από τις στιγμές που νιώθω αρκετά σίγουρος ότι μπορώ να τις γράψω.

Πως γεννιέται ένα βιβλίο; Σας εμπνέουν οι άνθρωποι γύρω σας και η ζωή; Η ιστορία του κόσμου ή άλλες ιστορίες που έχουν ειπωθεί;
G.R.H.: Αυτό έχει σχέση λίγο και με την προηγούμενη ερώτηση... Απλώς δεν ξέρω. Μπορεί να στέκεσαι δίπλα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο μπροστά σε κάποιο τυχαίο φαστφουντάδικο ας πούμε το 1997, και από κάπου παραπέρα ακούς μια φωνή και ξαφνικά μια ιδέα γεμίζει το μυαλό σου. Θέλεις να μάθεις σε ποιον ανήκει αυτή η φωνή, ποιος είναι, ποια είναι η ιστορία του. Δεν την είχες πριν, την έχεις τώρα. Από που ήρθε; Είναι και λίγο σαν εμμονή, σαν μια κατάληψη. Υπάρχει μια ιστορία εδώ, κι αν δεν τη γράψω, κανείς δε θα τη δει. Μια αναλαμπή. Ο Χένρι Τζέιμς αναφέρει ότι κάποτε άκουσε κάποιον να λέει ένα ανέκδοτο σ’ ένα τραπέζι την ώρα του δείπνου και ήξερε αμέσως ότι εκείνη ήταν μια ιστορία που θα έγραφε. Το πιο δύσκολο κομμάτι στη δουλειά του συγγραφέα, θα έλεγα, πως είναι το να παραμένει ανοιχτός σε τέτοιου είδους εμπνεύσεις. Να παρατηρεί.

Παίζετε με τις λέξεις στις προτάσεις όταν γράφετε; Πιστεύετε πως ακόμα και η λάθος σειρά των λέξεων σε μια πρόταση μπορεί να καταστρέψει τη ροή, το ρυθμό; Ξαναγράφετε; Πόσες φορές; Φοβάστε να πετάξετε σελίδες;
G.R.H.: Έχω πάθος με το ξανά-γράψιμο και ανησυχώ πολύ για τις προτάσεις, για τον ήχο τους, το ρυθμό τους. Πιστεύω πως ακόμα και μια λάθος λέξη, ακόμα και η λάθος ορθογραφία σε μια σωστή λέξη (για παράδειγμα το δέντρο gingko μπορεί να γραφτεί εξίσου σωστά και gingko και ginkgo- αλλά μόνο ο ένας τρόπος «ηχεί» σωστά σε μένα) μπορεί να πετάξει τον αναγνώστη από το ρυθμό και να τον αποσυντονίσει, συνήθως ασυνείδητα. Διαβάζω τα πάντα δυνατά και πολλές φορές. Μου παίρνει περίπου δέκα ώρες για να ολοκληρώσω μία και μοναδική σελίδα, και μπορεί να την έχω ξαναγράψει από πέντε έως και είκοσι(!) φορές.
Όσο για το αν πετάω σελίδες: Είναι πάντα τρομακτικό, αλλά και πάντα απαραίτητο. Κατά κάποιον τρόπο, είναι κι ένα είδος κάθαρσης. Και πάλι όμως, μπορεί να καταστρέψεις ένα ολόκληρο έργο αφαιρώντας το λάθος κομμάτι, ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή φαίνεται ότι είναι το σωστό/λογικό. Ακόμα κάτι που έχει πει ο μεγάλος Μάμετ: Οι καλοί συγγραφείς θα πετάξουν αυτό που οι κακοί συγγραφείς θα κρατούσαν, μα οι σπουδαίοι συγγραφείς θα κρατήσουν αυτό που οι καλοί θα πετούσαν.
Σε αυτό το βιβλίο, είτε το πιστεύεις είτε όχι, έκοψα 400 ολόκληρες σελίδες πριν δει οποιοσδήποτε το χειρόγραφο. Θεώρησα απαραίτητο να γράψω ελεύθερα και χειμαρρώδη, να γράψω πέρα από τους κανόνες και τα όρια, ως εκεί που αρχίζει το χάος, κι ύστερα να κόψω ως εκεί που το βιβλίο θα ισορροπεί μεταξύ λογικής και χάους, αλλά χωρίς ποτέ να παραπατά και να προσπερνά το όριο αυτό. Ήθελα να αποδώσω με ακρίβεια την επίδραση που ασκεί σε μένα η Νέα Υόρκη: Ξέρεις ότι υπάρχει η απόλυτη τάξη μέσα στο χάος της, έχει τη δική της μουσική, κι είναι μια πόλη τόσο μεγάλη κι υπερβολική, που πάντα μοιάζει έτοιμη να παραδοθεί στην αναρχία. Ίσως να μην μπορεί κανείς να προσδιορίσει αυτή τη μουσική της, αλλά δε θα της ταίριαζε τίποτα λιγότερο από ένα ογκώδες και μεγάλο έργο.
📕 Στην αφήγηση, που χωρίζεται σε 7 μέρη/βιβλία, μπαίνουν εμβόλιμες σελίδες με φωτοαντίγραφα από ένα χειροποίητο φανζίν, χειρόγραφες επιστολές και σελίδες από ένα δακτυλόγραφο κείμενο λεκιασμένο με ουίσκι. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα προσεγμένο όχι μόνο ως προς το κείμενό του, αλλά και συνολικότερα, εκδοτικά.

Πόλη στις φλόγες

Αυτό που μου συνέβη με την Πόλη Στις Φλόγες, δε μου έχει ξανασυμβεί. Το ήξερα το βιβλίο, το είχα δει στις βιτρίνες, το έβλεπα στα sites, είχα διαβάσει μερικά τυχαία κομμάτια του κι ήξερα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο όπου η φήμη του είχε βγει μπροστά από το ίδιο. Η Νέα Υόρκη της παρακμής, του punk, το φανζίν της Σαμ, ένα μεγάλο κομμάτι άρθρου και μια επιστολή, αναφορές σε λογοτεχνικά τέρατα και συγκροτήματα, περιθωριακοί χαρακτήρες κι ετερόκλητοι ήρωες, με φόντο πάντα μια πόλη που ακροβατεί μεταξύ του μαύρου των σκιών και του φωτός, μια πόλη τεράστια και υπερβολική, μια πόλη με τη δική της μουσική που κανείς δεν μπορεί ποτέ να προσδιορίσει και που μοιάζει πάντα έτοιμη να παραδοθεί στην αναρχία, μέσα στην απόλυτη τάξη του χάους της. Θυμάμαι πως με τρόμαξε το κύμα αυτής της φήμης που προηγήθηκε του βιβλίου, γιατί καταλάβαινα πως ένα τέτοιο έργο επικών διαστάσεων και μετά από μια μεγάλη σιωπή στη νέα λογοτεχνία, θα ήταν άδικο να κριθεί πρώτα από τη διαφημιστική του καμπάνια και να διαβαστεί από περιέργεια, περιμένοντας ένα page turner. Γιατί δεν είναι κάτι τέτοιο και είναι πολύ περισσότερα από αυτό.
Οκ, είχα πει, θέλω να το διαβάσω. Βέβαια όταν ήρθε στα χέρια μου, η στιγμή έμεινε στην αιωνιότητα της μνήμης μου, εκεί που αποθηκεύονται όλες αυτές οι μικρογραφίες εικόνων, ήχων κι αναμνήσεων, πράγματα που ξεχνάμε μέχρι μια οικεία σπίθα να τα λούσει πάλι στο φως και να ζωντανέψουν: Το έπιασα, το κοίταξα, το άφησα κάτω, και πήγα να πλύνω τα χέρια μου για να το ξαναπιάσω.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Θοδωρής ΚούκιαςΑνύπαρκτοι φίλοιΤζόελ ΛέβυΧορεύοντας με τη ζωήΛίτσα ΚαραμπίνηΜαίρη ΤσίληΤάκης Κούρβας
Χρίστος ΒούζαςΓιάννης ΞανθούληςΤάσος Αγγελίδης ΓκέντζοςΚαίτη ΘηραίουΤζίνα ΨάρρηΤζόελ ΛέβυΑλέξανδρος Νίκας
Άλι ΣωΔημήτρης ΛάμπρουΚώστας ΚρομμύδαςΒασίλης ΚουτσιαρήςΙωάννης ΠάπποςLori Nelson SpielmanΝανά Μπροδήμα